Από NEWSROOM σε Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2026
Κατηγορία: ΚΟΣΜΟΣ

Αντιστροφή των ρόλων στη Μιννεάπολη

Του Κώστα Ράπτη

Σε άρθρο του στους New York Times για την πρώτη επέτειο της εισβολής στο Καπιτώλιο την 6η Ιανουαρίου 2021, ο 97χρονος τότε (και πλέον εκλιπών) πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ, προειδοποιούσε ότι "δίχως άμεση ανάληψη δράσης, αντιμετωπίζουμε αυθεντική απειλή εμφύλιας σύγκρουσης και απώλειας της πολύτιμης δημοκρατίας μας". "Οι Αμερικανοί", πρόσθετε ο Κάρτερ, "πρέπει να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να εργασθούν από κοινού πριν να είναι πια αργά".

Το είδος των εντάσεων που βλέπουμε να κορυφώνονται το τελευταίο διάστημα στη Μιννεάπολη (αλλά όχι μόνο αυτήν) μοιάζει να επαληθεύει αυτές τις προειδοποιήσεις.

Σύμφωνα με στοιχεία που τηρεί η Washington Post, είναι περίπου χίλιοι οι άνθρωποι που χάνουν κάθε χρόνο τη ζωή τους στις ΗΠΑ από αστυνομικά πυρά. Πρόκειται για μία στατιστική η οποία αποκαλύπτει ότι και αυτή η μορφή βίας είναι κανονικοποιημένη, αν όχι νομιμοποιημένη, στην αμερικανική κοινωνία.

Ωστόσο, ο φόνος του 37χρονου νοσηλευτή εντατικής θεραπείας σε νοσοκομείο βετεράνων, Άλεξ Πρέττι, μετά από αλλεπάλληλους πυροβολισμούς που δέχθηκε ενώ ήταν καθηλωμένος στο έδαφος από οκτώ πράκτορες της αστυνομίας μετανάστευσης (ICE), αποτελεί για πολλούς Αμερικανούς (αλλά και για το διεθνές ακροατήριο) ενός είδους "διάβαση του Ρουβίκωνα". Πρόκειται άλλωστε για το δεύτερο, μέσα στον Ιανουάριο, αντίστοιχο περιστατικό στην ίδια πόλη, μετά τον τραγικό θάνατο της Ρενέ Γκουντ, η οποία πυροβολήθηκε στο πρόσωπο μέσα στο αμάξι της από πράκτορα του ICE, με τον οποίο λογομαχούσε. Και στις δύο περιπτώσεις, τα θύματα δεν διέθεταν τα στερεοτυπικά φυλετοποιημένα χαρακτηριστικά με τα οποία έχει ταυτιστεί η παραβατικότητα στον αμερικανικό κυρίαρχο λόγο, αλλά και στις δύο περιπτώσεις όλη η πολιτικο-υπηρεσιακή ιεραρχία, από τον πρόεδρο Τραμπ και κάτω, επιχείρησε τη μεταθανάτια δυσφήμιση και ενοχοποίησή τους, δίχως καν τα προσχήματα ότι κάτι πήγε στραβά και θα πρέπει να ελεγχθεί.

Προφανώς, το κίνητρο εδώ είναι η υπεράσπιση του είδους της βίας που έχει εξαπολύσει, άλλοτε με αιχμή την Εθνοφρουρά και άλλοτε το ICE, η κυβέρνηση Τραμπ εναντίον πόλεων που παραδοσιακά στηρίζουν τους πολιτικούς της αντιπάλους, προκειμένου να σχηματισθεί η εικόνα ενός επικίνδυνου "εσωτερικού εχθρού" και μιας εν τη γενέσει "ανταρσίας", η οποία θα πρέπει να παταχθεί.

Δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε την προθυμία του "λαού του τραμπισμού" να καταναλώσει αυτό το αφήγημα, ούτε όμως και τους προφανείς κινδύνους για το πολίτευμα και τη συνοχή των ΗΠΑ. Η ύβρις του εγχειρήματος το εκθέτει σε ριψοκίνδυνες αντιφάσεις.

Είναι μάλιστα πολύ ενδιαφέρουσα η αντιστροφή των ρόλων που παρατηρείται. Δημοκρατικοί ιθύνοντες, όπως ο κυβερνήτης της Μινεσότα (υποψήφιος αντιπρόεδρος στο ψηφοδέλτιο της Κάμαλα Χάρις) και ο δήμαρχος της Μινεάπολης, βάλλουν κατά της ομοσπονδιακής εξουσίας που επιχειρεί να καθυποτάξει την τοπική τους κοινωνία. Όμως η καχυποψία προς το ομοσπονδιακό κράτος (κληροδοτημένη από τον Εμφύλιο Πόλεμο του 19ου αιώνα) και η οχύρωση πίσω από τα "δικαιώματα των πολιτειών" (που στον Νότο χρησίμευσε ως συνθηματική αναφορά στη διατήρηση ρατσιστικών νομοθεσιών) αποτελούσε κατά παράδοση γνώρισμα της αμερικανικής δεξιάς.

Το ίδιο ισχύει και με την υπεράσπιση του δικαιώματος στην οπλοφορία, βάσει της Δεύτερης Τροποποίησης του Αμερικανικού Συντάγματος. Ιστορικά, συνδέεται και αυτή με τον φόβο του "κράτους Λεβιάθαν", αλλά και του "φυλετικά άλλου" ως απειλής απέναντι στην οποία πρέπει κανείς να είναι πάντοτε έτοιμος να απαντήσει.

Μόνο που τώρα η επίσημη δικαιολόγηση του φόνου του Πρέττι με το επιχείρημα ότι αυτός νομίμως κατείχε (αλλά δεν χρησιμοποίησε) όπλο, θίγει τις ευαισθησίες του, κατά τα λοιπά, πολύ φιλικού προς τον Τραμπ λόμπι της οπλοχρησίας. Εξ ου και οργανώσεις όπως η Gun Owners of America και η National Rifle Association διαμαρτύρονται, ενώ Ρεπουμπλικανοί κοινοβουλευτικοί ζητούν εξηγήσεις.

Η δε έκκληση του Μπιλ Κλίντον προς όσους "πιστεύουμε στην υπόσχεση της αμερικανικής δημοκρατίας, να ορθώσουμε το ανάστημά μας και να υψώσουμε τη φωνή", έχει κάτι από το εξεγερσιακό φρόνημα των εισβολέων του Καπιτωλίου το 2021.

Σε σχετικώς ανύποπτο χρόνο, ο Γάλλος ιστορικός και ανθρωπολόγος Εμμανουέλ Τοντ είχε υποστηρίξει ότι η πρώτη προτεραιότητα του Τραμπ δεν είναι η διεξαγωγή πολέμων εκτός συνόρων, αλλά "εμφυλίου" στο εσωτερικό. Αλλά οι δύο αυτές επιλογές δεν είναι ανάγκη να ιδωθούν διαζευκτικά. Περισσότερο διαφωτιστική μάλλον είναι η έννοια του "αυτοκρατορικού μπούμερανγκ" που διατύπωσε ο Αιμέ Σεζάρ, ήτοι της εσωτερίκευσης από ηγεμονικές δυνάμεις, ιδίως στη φάση της κάμψης τους, του είδους της βίας που εξασφάλισε το πλεονέκτημά του απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο και πλέον στρέφεται εναντίον του εγχώριου πληθυσμού.

Στην περίπτωση των δυνάμεων της τάξης στις ΗΠΑ, κάτι τέτοιο επαληθεύεται κατά ειρωνικό τρόπο, διότι αυτές στρατιωτικοποιούνται όλο και περισσότερο, συχνά με την προμήθεια υλικού που αρχικώς προοριζόταν για πολεμική χρήση, ενώ την εκπαίδευσή τους αναλαμβάνουν όλο και πιο συχνά υπηρεσίες του Ισραήλ, μεταφέροντας τους κανόνες εμπλοκής που αμείλικτα χρησιμοποιούν κατά των Παλαιστινίων. Την ίδια ώρα, η προσπάθεια να "εκκαθαρισθεί" η Αμερική από όσους δεν έχουν νόμιμο λόγο να βρίσκονται σε αυτή, έχει ως παράδοξο αποτέλεσμα ολοένα και περισσότεροι Αμερικανοί να χάνουν στην πράξη την ασφάλεια και τα δικαιώματα που συμβαδίζουν με την ιδιότητα του πολίτη.