Από NEWSROOM σε Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2026
Κατηγορία: ΚΟΣΜΟΣ

Η κεμαλική Cumhuriyet επιτίθεται στην Ελλάδα για να "ματώσει" τον Ερντογάν

Το κείμενο του πρώην διπλωμάτη και αρθρογράφου της Cumhuriyet Αχμέτ Σουχα Ουμάρ για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν είναι μια ψύχραιμη ανάλυση δικαίου, αλλά ένα πολιτικό pamflet που χρησιμοποιεί την Ελλάδα ως εύκολο στόχο, για να πλήξει στην πραγματικότητα τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τη σημερινή τουρκική ηγεσία. Από την πρώτη κιόλας φράση του άρθρου, ο Ουμάρ αποκαλύπτει το πραγματικό του κίνητρο: "Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Μητσοτάκης, επειδή πλέον δεν έχουμε πρωθυπουργό, προβιβάστηκε σε βαθμό και έγινε δεκτός με τιμές από τον Ερντογάν". 

Μέσα σε μία πρόταση, ειρωνεύεται τον Κυριάκο Μητσοτάκη, υποβαθμίζει το θεσμικό πλαίσιο διακυβέρνησης στην Τουρκία και, πάνω απ’ όλα, εμφανίζει τον Τούρκο πρόεδρο ως ηγέτη που "ανεβάζει βαθμό" στον Έλληνα πρωθυπουργό, δήθεν σε βάρος της ίδιας της Τουρκίας. Η Ελλάδα παρουσιάζεται επικοινωνιακά ως αποδέκτης μιας υπερβολικής τιμής, για να στηθεί το αφήγημα ότι ο Ερντογάν "ταπεινώνει" τη χώρα του μπροστά στην Αθήνα.

Φυσικά αφήνει στην άκρη το γεγονός ότι ακόμα κι αν υπήρχε πρωθυπουργός στην Τουρκία, ο εκτελεστικός ηγέτης είναι ο Ερντογάν, οπότε με αυτόν πάλι θα συνομιλούσε ο Μητσοτάκης και ο πρωθυπουργός απλώς θα τον είχε υποδεχτεί στο αεροδρόμιο.

Στη συνέχεια, ο Ουμάρ περνά στο κεφάλαιο με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο "να πηγαίνουμε με τα νερά της Ελλάδας". Εκεί αναπτύσσει την κεντρική του κατηγορία: ότι η τουρκική κυβέρνηση ευθυγραμμίζεται με τις ελληνικές θέσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Υπενθυμίζει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πριν από τη συνάντησή του με τον Ερντογάν, διαμήνυσε πως η Ελλάδα θα επεκτείνει τα χωρικά ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια και ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσει στις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι η Αθήνα, αξιοποιώντας τα ευρωπαϊκά θεσμικά εργαλεία, πέτυχε τον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα SAFE, ακριβώς επειδή η Άγκυρα αντιμετωπίζει ως casus belli κάθε ελληνική κίνηση επέκτασης πέραν των 6 μιλίων. Ο Ουμάρ αντιπαραβάλλει τη "σκληρή" στάση της Ελλάδας με την εικόνα ενός Ερντογάν που, στην κοινή συνέντευξη Τύπου, δηλώνει πως τα πιο κρίσιμα αυτά ζητήματα δεν συζητήθηκαν, ενώ εμφανίζεται πρόθυμος να παραπέμψει την υφαλοκρηπίδα σε επίλυση "στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου". Στα μάτια του αρθρογράφου, αυτή η αναφορά στο διεθνές δίκαιο διαβάζεται ως έμμεση αποδοχή των ελληνικών θέσεων και ουσιαστική υποχώρηση της Τουρκίας.

Η Ελλάδα, έτσι, λειτουργεί στον λόγο του Ουμάρ σχεδόν σαν εικόνα: μια χώρα που "στέκεται όρθια" και υπερασπίζεται σθεναρά τα συμφέροντά της, ώστε να αναδειχθεί ακόμη πιο έντονα η κατηγορία ότι η Άγκυρα "πάει με τα νερά της". Η κριτική δεν είναι διπλωματική, ούτε τεχνοκρατική· είναι πολιτικά στοχευμένη: ο Ερντογάν παρουσιάζεται ως ηγέτης που εγκαταλείπει το δόγμα της "Γαλάζιας Πατρίδας" και αποδέχεται μια μειονεκτική θέση στο Αιγαίο, ενώ η Ελλάδα υποτίθεται ότι κερδίζει έδαφος σε θάλασσα και διπλωματία. Ο Ουμάρ μιλά σε ένα εθνικιστικό ακροατήριο, που "διαβάζει" την πολιτική ως παιχνίδι ισχύος, όχι ως διαχείριση σύνθετων ισορροπιών με συμμάχους, διεθνείς οργανισμούς και απειλές πολλαπλών επιπέδων.

Κομβικό εργαλείο του για να θεμελιώσει τη θέση του είναι η επίκληση του διεθνούς δικαίου και ειδικά των μεγάλων συνθηκών που καθόρισαν το καθεστώς στο Αιγαίο. Ο Ουμάρ εξηγεί ότι οι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου επιβάλλουν διαπραγματεύσεις και σεβασμό των διμερών και πολυμερών συμφωνιών, παρουσιάζοντας την παραδοσιακή τουρκική γραμμή ως νομικά άρτια και συνεπή. Την ίδια στιγμή, κατηγορεί την Ελλάδα ότι επιχειρεί να μεταφέρει μονομερώς το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, παρακάμπτοντας την υποχρέωση ύπαρξης προηγούμενης "συμφωνίας διαιτησίας" μεταξύ των δύο χωρών. Με αυτό τον τρόπο, μετατρέπει ένα περίπλοκο νομικό debate σε απόδειξη ότι η Αθήνα "παραβιάζει τις διαδικασίες" και ότι η τουρκική κυβέρνηση δεν υπερασπίζεται με επάρκεια τις, κατά τον ίδιο, ισχυρές νομικές θέσεις της Άγκυρας.

Σημαντικό μέρος του άρθρου αφιερώνεται και στη Συνθήκη της Λωζάννης, αλλά και στις αναφορές σε Μοντρέ και Παρίσι, με τον Ουμάρ να επιτίθεται σε όσους στην Τουρκία κριτικάρουν την παραδοσιακή γραμμή της χώρας στο Αιγαίο, υποστηρίζοντας ότι δεν κατανοούν τα άρθρα 14 και 16 της Λωζάννης. Υπενθυμίζει ότι η Τουρκία, ως διάδοχο κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παραμένει "ενδιαφερόμενο μέρος" για τα νησιά του Αιγαίου, παραπέμποντας μάλιστα και σε νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης για αντίστοιχη υπόθεση νησιών στην Ερυθρά Θάλασσα.

Η επιχειρηματολογία αυτή δεν στοχεύει να ανοίξει έναν ψύχραιμο επιστημονικό διάλογο∙ επιδιώκει να δείξει ότι η Τουρκία έχει συντριπτικά νομικά όπλα, τα οποία όμως, στην ανάγνωσή του, η σημερινή ηγεσία εγκαταλείπει ή δεν αξιοποιεί. Η Ελλάδα γίνεται έτσι το "παράδειγμα" μιας χώρας που, δήθεν, υπερβαίνει τα όρια των συνθηκών, για να φανεί ακόμα πιο έντονα η κατηγορία της κυβερνητικής ανεπάρκειας στην Άγκυρα.

Παράλληλα, ο Ουμάρ παρουσιάζει την Ελλάδα ως κράτος που, με τη στήριξη των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιδιώκει να αποσπάσει "πολύ ευρύτερες θαλάσσιες ζώνες από όσες της αναλογούν" σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Τονίζει πώς η ΕΕ και η ελληνική διπλωματία αξιοποιούν την ιδιότυπη σχέση Άγκυρας–Βρυξελλών ως μοχλό πίεσης κατά της Τουρκίας. 

Ταυτόχρονα, θυμίζει ότι στο παρελθόν, ακόμη και Έλληνες αξιωματούχοι, όπως ο Κάρολος Παπούλιας, δεν ήταν ενθουσιώδεις με την ιδέα να "κλείσει οριστικά" η πόρτα της Ευρώπης στην Τουρκία, ακριβώς επειδή αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ της Άγκυρας στα ζητήματα του Αιγαίου. Όλα αυτά χρησιμοποιούνται από τον Ουμάρ για να χτίσει μια εικόνα διεθνούς περιβάλλοντος όπου η Ελλάδα παίζει σκληρά, η ΕΕ λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος της Αθήνας και η Τουρκία εμφανίζεται –στην ανάγνωσή του– να μην έχει στρατηγικό σχέδιο.

Τελικά, το άρθρο του Αχμέτ Σουχα Ουμάρ δεν είναι απλώς άλλη μία αντι-ελληνική φωνή στον τουρκικό δημόσιο λόγο. Είναι ένα κείμενο που εργαλειοποιεί την Ελλάδα για να χτυπήσει τον ίδιο τον Ερντογάν, αξιοποιώντας το συναίσθημα, τον εθνικισμό και την επίκληση του διεθνούς δικαίου ως όχημα εσωτερικής αντιπολίτευσης. Η εικόνα ενός Μητσοτάκη που "αναβαθμίζεται σε αξίωμα" επειδή "η Τουρκία δεν έχει πια πρωθυπουργό" είναι η θεατρική εισαγωγή σε ένα αφήγημα όπου η Άγκυρα, αντί να δείχνει αποφασιστική, εμφανίζεται, κατά τον Ουμάρ, να πηγαίνει "με τα νερά της Ελλάδας" σε όλα τα μέτωπα: από τα 12 μίλια και το casus belli μέχρι την υφαλοκρηπίδα και τις θαλάσσιες ζώνες.

Για τον Έλληνα αναγνώστη, το κείμενο αυτό αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο σημαντικό από την ίδια την τουρκική ρητορική κατά της Ελλάδας: δείχνει πόσο βαθιά και πολωμένη είναι η μάχη στο εσωτερικό της Τουρκίας για το ποιος και με ποια γραμμή θα διαχειριστεί τα ελληνοτουρκικά την επόμενη μέρα.