Του Κώστα Ράπτη
Σε ένα από τα κοάν, τα παράδοξα αινίγματα του ιαπωνικού ζεν βουδισμού που αποβλέπουν στη φώτιση, ο δάσκαλος καλεί τον μαθητή να παραγάγει τον ήχο ενός και μόνο χεριού που χειροκροτά. Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται πως τα κατάφερε.
Η περίοδος της κατάπαυσης του πυρός με το Ιράν είναι περισσότερο αποκαλυπτική των αμερικανικών αδυναμιών και από αυτήν της ανοιχτής πολεμικής αναμέτρησης. Και στο επίκεντρό τους βρίσκεται η απόλυτη αδιαφορία του Ντόναλντ Τραμπ για την αντικειμενική πραγματικότητα που υπάρχει έξω από την αυτοεικόνα του και την υπεράσπισή της ενώπιον των οπαδών του.
Η διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων με βάση εντελώς πεπλανημένες πεποιθήσεις για το ποιος είναι ο αντίπαλος και τι δυνατότητες διαθέτει, ήταν ήδη μια πολύ προβληματική αρχή. Ομοίως, η παραμέληση της ανάγκης συστηματικής προβολής των κατάλληλων προσχημάτων και ενός συνεκτικού σκεπτικού για τον πόλεμο, επί τη βάσει του οποίου θα εξασφαλίζονταν συμμαχίες καθώς και η υποστήριξη της πολύ επιφυλακτικής αμερικανικής κοινής γνώμης. Για να μη μιλήσει κανείς για την υποκατάσταση της διεκδίκησης ηθικής υπεροχής από την ασύστολη επίδειξη ωμότητας, είτε πρόκειται για τα περί καταστροφής του ιρανικού πολιτισμού είτε για τις επιθέσεις στον Πάπα.
Οι αλλεπάλληλοι ισχυρισμοί ότι η νίκη, και μάλιστα "συντριπτική”, έχει ήδη επιτευχθεί, ήταν επίσης δείγμα της απόλυτης πρωτοκαθεδρίας του "αφηγήματος” σε σχέση με τα αντικειμενικά δεδομένα. Όμως ο πόλεμος έχει μια ωμή υλικότητητα – και παράγει πραγματικά αποτελέσματα, έξω από τον αυτοτροφοδοτούμενο κόσμο του "αφηγήματος”.
Η κορύφωση αυτής της τάσης ήρθε αφόρου σίγησαν (με αμερικανική πρωτοβουλία, υπενθυμίζεται) τα όπλα. Ο Τραμπ βρέθηκε να απειλεί, να δελεάζει, να κλείνει "σπουδαίες συμφωνίες” και εν γένει να "διαπραγματεύεται” ολότελα μόνος του...
Το Σάββατο υποχρεώθηκε να ανακοινώσει ότι ακυρώνει την αποστολή των Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν για έναν νέο γύρο συνομιλιών με το Ιράν, επικαλούμενος την αδυναμία της ιρανικής ηγεσίας να καταλήξει σε ενιαία στάση (σε... αντίθεση, προφανώς, με την μονοπρόσωπη ηγεσία του Λευκού Οίκου, η οποία αναιρεί εαυτήν κάθε νέο 24ωρο).
Όμως η ιρανική πλευρά είναι σαφής. Αδιαφορεί είτε για τις απειλές, είτε για τις προσφορές του Τραμπ. Για τον απλούστατο λόγο ότι αυτές αφορούν την αυτοεικόνα του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος αφενός θέλει να απεμπλακεί από την ατυχή περιπέτεια, αφετέρου κωλύεται να το πράξει δίχως ένα face saving, όπως το θέλει η κρίσιμη αμερικανική έκφραση, πρόσχημα "νίκης”. Εξακολουθεί δε να πιστεύει ότι κάποια μορφή άσκησης πίεσης προς το Ιράν, όπως ο ναυτικός αποκλεισμός, καθιστά πιο πιθανή την προσέλευση των Ιρανών στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ενώ αποτελεί εγγύηση για το αντίθετο.
Όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την ακύρωση του ταξιδιού των απεσταλμένων του στο Ισλαμαμπάντ, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί είχε ήδη ολοκληρώσει την επίσκεψη διπλωματικής αβροφροσύνης προς τους μεσολαβήσαντες Πακιστανούς και είχε αναχωρήσει για τους επόμενους προορισμούς του: το Μασκάτ, όπου έγινε δεκτός από τον Σουλτάνο Χάιθαμ του Ομάν και τη Μόσχα, όπου πρόκειται να γίνει δεκτός από τον Βλαντίμιρ Πούτιν. "Απομονωμένο” δεν τον λες.
Η ιρανική πλευρά δεν αιτήθηκε καν την παράταση της εκεχειρίας, την οποία παραχώρησε ο Τραμπ μονομερώς. Κατέγραψε στο στρατιωτικό πεδίο όχι απλώς την επιβίωσή της, αλλά και την απόσπαση του νέου καταλυτικού πλεονεκτήματος που αποτελεί ο έλεγχος του Στενού του Ορμούζ. Και προτίθεται να διαπραγματευθεί μόνο επί της βάσεως των νέων πραγματικοτήτων – αν υποτεθεί ότι η άλλη πλευρά είναι σε θέση να τις αναγνωρίσει. Ειδεμή, απομένει μόνο η οδός της απόπειρας ανατροπής τους με μιαν επανάληψη των εχθροπραξιών – την οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, η αμερικανική στρατιωτική ηγεσία αντιμετωπίζει με επιφύλαξη και απροθυμία.
Άλλωστε, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε όσο το "αφήγημα” βρισκόταν στην ακμή του, νεότερα αμερικανικά δημοσιεύματα αποκαλύπτουν ότι και η βλάβη στις βάσεις των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο υπήρξε μεγαλύτερη αυτού που είχε γίνει αρχικά αντιληπτό και το πυραυλικό οπλοστάσιο του Ιράν διατηρεί το πλείστον των δυνατοτήτων του.
Όλα αυτά υπενθυμίζουν ότι η τέχνη του πολέμου έχει γνωρίσει τα τελευταία χρόνια μεγάλες ανατροπές (προς όφελος των αδυνάτων) και ότι η πολλαπλότητα των συντελεστών ισχύος δεν εξαντλείται στην υπεροπλία. Όμως η αναγνώρισή τους προϋποθέτει έξοδο από την αυτοαναφορικότητα και τον αυτεγκλωβισμό από τον οποίο πάσχει όχι απλώς ο Τραμπ ως εμφανώς ναρκισσιστική προσωπικότητα, αλλά εν συνόλω, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, η βορειοαμερικανική υπερδύναμη.