Του Στάθη Βασιλόπουλου
Σε εκτεταμένες περικοπές στο ελληνικό της δίκτυο για τον χειμώνα του 2026 προχωρά η Ryanair, με κλείσιμο της βάσης στη Θεσσαλονίκη, απώλεια 700.000 διαθέσιμων αεροπορικών θέσεων και κατάργηση 12 δρομολογίων, αποδίδοντας την απόφαση στο αυξημένο κόστος λειτουργίας των ελληνικών αεροδρομίων.
Στελέχη της ιρλανδικής αεροπορικής εταιρείας χαμηλού κόστους υποστηρίζουν ότι η μείωση του Τέλους Ανάπτυξης Αεροδρομίων δεν πέρασε στους επιβάτες, γεγονός που έχει καταστήσει την Ελλάδα λιγότερο ανταγωνιστική κατά τους μήνες χαμηλής ζήτησης. Σύμφωνα με τη Ryanair, η εξέλιξη αυτή περιορίζει τη δυνατότητα ανάπτυξης της χειμερινής συνδεσιμότητας και επηρεάζει ευρύτερα την προσπάθεια επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου.
Το μεγαλύτερο πλήγμα αφορά στη Θεσσαλονίκη, όπου η εταιρεία αποσύρει τα τρία αεροσκάφη που είχε στη βάση της, επένδυση την οποία αποτιμά σε 300 εκατ. δολάρια. Η απόφαση συνεπάγεται απώλεια 500.000 διαθέσιμων αεροπορικών θέσεων για την πόλη, μείωση 60% σε σχέση με τον χειμώνα του 2025, καθώς και κατάργηση δρομολογίων προς προορισμούς όπως το Βερολίνο, τα Χανιά, η Φρανκφούρτη, η Στοκχόλμη, και το Ζάγκρεμπ.
Στο συνολικό πακέτο των περικοπών περιλαμβάνονται ακόμη η μείωση χωρητικότητας στο αεροδρόμιο της Αθήνας, με απώλεια της σύνδεσης Αθήνα – Μιλάνο, καθώς και η αναστολή δραστηριότητας σε Χανιά και Ηράκλειο κατά τη χειμερινή περίοδο.
Η Ryanair υποστηρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε κινηθεί προς τη σωστή κατεύθυνση μειώνοντας από τον Νοέμβριο του 2024 το Τέλος Ανάπτυξης Αεροδρομίων κατά 75%, από 12 ευρώ σε 3 ευρώ ανά επιβάτη. Ωστόσο, σύμφωνα με την εταιρεία, η μείωση αυτή δεν πέρασε στην τελική τιμή για τους επιβάτες από τα περισσότερα ελληνικά αεροδρόμια, ιδίως από εκείνα που διαχειρίζεται η Fraport Greece.
Η εταιρεία αναφέρει ακόμη ότι η Fraport Greece έχει αυξήσει τις χρεώσεις της κατά 66% σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα, ενώ υποστηρίζει ότι και το αεροδρόμιο της Αθήνας θα προχωρήσει σε νέες αυξήσεις χρεώσεων τον ερχόμενο χειμώνα. Κατά τη Ryanair, το αποτέλεσμα είναι η Ελλάδα να χάνει χωρητικότητα προς όφελος πιο ανταγωνιστικών αγορών (Αλβανία, Ιταλία, Σουηδία).