Του Κώστα Ράπτη
Υπήρξε η δαπανηρότερη στα χρονικά εκστρατεία προκριματικών εκλογών για την αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων. Και η έκβασή της εκπλήρωσε στο ακέραιο τις επιδιώξεις του πολιτικού χρήματος.
Ο 55χρονος μηχανικός Τόμας Μάσσι, ο οποίος εκπροσωπεί την 4η εκλογική περιφέρεια του Κεντάκι στο Καπιτώλιο της Ουάσιγκτον για λογαριασμό των Ρεπουμπλικανών, δεν θα είναι σε θέση να επαναδιεκδικήσει την έδρα του στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, καθώς έχασε στην αναμέτρηση της Τρίτης για το κομματικό χρίσμα, όπου νικητής αναδείχθηκε ο 68χρονος και δίχως πολιτική προϋπηεσία βετεράνος των ειδικών δυνάμεων του ναυτικού Εντ Γκάλραϊν.
Ο Μάσσι αναγνώρισε την ήττα του – κατά τρόπο, ωστόσο, δηλητηριώδη. "Ήθελα πρώτα να μιλήσω με τον Γκάλραϊν, αλλά ήταν δύσκολο να τον βρω στο Τελ Αβίβ” δήλωσε ενώπιον των οπαδών του. Και είναι αλήθεια ότι όσοι κατεξοχήν εργάσθηκαν για την ήττα του βουλευτή διεκδικούν ανοικτά τα εύσημα.
"Οι φιλοϊσραηλινοί Αμερικανοί είναι περήφανοι που υποστηρίζουν υποψηφίους που υποστηρίζουν μια ισχυρή συμμαχία [ΗΠΑ-Ισραήλ] και βοηθούν στην ήττα όσων εργάζονται για να την υπονομεύσουν. Το να είσαι φιλοϊσραηλινός είναι καλή πολιτική και καλή πολιτική!” ανέφερε στο συγχαρητήριο μήνυμά της προς τον Γκάλραϊν η AIPAC, ήτοι η Αμερικανο-Ισραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Σχέσεων.
Ο Μάσσι είχε αρνηθεί να λάβει ενίσχυση από την AIPAC, που θεωρείται η οργάνωση-ναυαρχίδα του φιλοϊσραηλινού λόμπι στις ΗΠΑ. Αντιθέτως, ο Γκάλραϊν δέχθηκε προεκλογικές χορηγίες άνω των 15 εκατομμυρίων από φιλο-ισραηλινές οργανώσεις. Μιλώντας στην εκπομπή του Τάκερ Κάρλσον, ο Μάσσι υποστήριξε το 95% των χορηγιών προς τον αντίπαλό του προέρχεται από την AIPAC, την Republican Jewish Coalition, την οργάνωση Christians United for Israel, καθώς και μία τριάδα δισεκατομμυριούχων (κανείς εκ των οποίων δεν προέρχεται από το Κεντάκι), οι οποίοι δεσπόζουν στο τοπίο των αμερικανικών προεκλογικών χορηγιών. Πρόκειται για την Μίριαμ Έιντελσον (χήρα του "βασιλιά των καζίνο” Σέλντον Έιντελσον, η οποία τιμήθηκε από τον Τραμπ με το Προεδρικό Μετάλλιο Ελευθερίας), τον Πολ Σίνγκερ, αφεντικό της Elliott Management, διαβόητου vulture fund, και τον Τζον Πόλσον της Paulson & Co.
Τη Δευτέρα, σε συνέντευξή του στο CBS, ο Μάσσι δήλωσε ότι φιλοϊσραηλινές ομάδες "προσπαθούν να αγοράσουν την ψήφο μου για 14 χρόνια και δεν ήταν ποτέ προς πώληση”. Και πρόσθεσε: "Καμία χώρα δεν είναι ξεχωριστή και καμία χώρα δεν αξίζει τα χρήματα των φορολογουμένων των ψηφοφόρων μου. Επομένως, δεν έχω ψηφίσει ποτέ για ξένη βοήθεια στην Αίγυπτο, στη Συρία, στο Ισραήλ ή στην Ουκρανία - αλλά αυτοί στο Ισραήλ, ως οι μεγαλύτεροι αποδέκτες της, είναι κάπως θυμωμένοι”.
Ο δημοσιογράφος του CBS, Εντ Ο'Κιφ, ρώτησε τον Μάσσι δύο φορές αν είναι αντισημίτης. Ο ίδιος αρνήθηκε, τονίζοντας ότι ο αντισιωνισμός δεν είναι αντισημιτισμός. "Προσφέρει” πρόσθεσε "κακές υπηρεσίες στους Εβραίους Αμερικανούς η εξίσωση αυτών των δύο”.
Την μεγαλύτερη σύγκρουσή του, ωστόσο, ο Μάσσι την είχε με τον ίδιο τον πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος τον χαρακτήρισε ως τον "χειρότερο βουλευτή στη μακρά ιστορία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος” και στήριξε τον Γκάλραϊν. Ο Μάσσι φρόντισε να τον εξοργίσει περισσότερο αναδημοσιεύοντας παλαιότερη δήλωση στήριξής του από τον ένοικο του Λευκού Οίκου.
Είναι αληθές ότι στο 90% των ψηφοφοριών στη Βουλή ο Μάσσι υιοθέτησε την ατζέντα του προέδρου. Αποτελεί άλλωστε χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του America First, με εμμονές χαρακτηριστικές του αμερικανικού συντηρητισμού, όπως η μετανάστευση και οι αμβλώσεις.
Αλλά αντίστοιχα με την Μάρτζορι Τέιλορ-Γκριν, η οποία επίσης δέχθηκε τα πυρά του Τραμπ και βρέθηκε εκτός Κογκρέσου, ο Μάσσι αντιπροσωπεύει εκείνο το τμήμα του κινήματος MAGA που έκανε σημαία του την ανάγκη πλήρους δημοσιοποίησης των αρχείων Έπστιν, εμμέσως διασυνδέοντάς τα με την υπέρ του Ισραήλ στρατιωτική περιπέτεια του Τραμπ στη Μέση Ανατολή.
Το πολιτικό χρήμα προέβη σε άλλη μία επίδειξη δύναμης – ωστόσο οι ρωγμές στα δεξιά του φάσματος ενδεχομένως προοιωνίζονται μεγαλύτερη αμφισβήτησή του παναμερικανικά.