Λίγο μετά τη νίκη του στις εκλογές του Νοεμβρίου 2024, οι δικηγόροι του Ντόναλντ Τραμπ δήλωσαν σε δικαστή της Πολιτείας του Ντέλαγουερ ότι αγωγή που είχε κατατεθεί εναντίον του από δύο συνιδρυτές της εταιρείας κοινωνικής δικτύωσης που ίδρυσε θα πρέπει να "παγώσει", καθώς ένας εν ενεργεία πρόεδρος δεν έχει χρόνο να ασχολείται με αστικές δικαστικές υποθέσεις.
Οι δικηγόροι του Τραμπ ζήτησαν από τη δικαστή Λόρι Γουίλ να "αναγνωρίσει έναν κανόνα προσωρινής ασυλίας που προστατεύει την Προεδρία από τους περισπασμούς, τις αποσπάσεις προσοχής και την παρενόχληση της πολιτειακής αστικής δικαιοσύνης". Οι ενάγοντες υποστήριζαν ότι δεν έλαβαν το συμφωνημένο ποσό που τους αναλογούσε για την επιτυχημένη έναρξη λειτουργίας του Truth Social, όπως μεταδίδει το Reuters.
Ωστόσο, πριν η δικαστής αποφασίσει επί του ζητήματος της ασυλίας, ο ίδιος ο Τραμπ φάνηκε να υπονομεύει το επιχείρημά του, καταθέτοντας δική του αστική αγωγή κατά εφημερίδας της Αϊόβα, της Des Moines Register.
Ο Τραμπ, ο οποίος επί δεκαετίες χρησιμοποιεί τις δικαστικές διαμάχες για να απαντά στους επικριτές του, κατέθεσε στη συνέχεια τουλάχιστον πέντε ακόμη αγωγές με την προσωπική του ιδιότητα, διεκδικώντας δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.
Μεταξύ αυτών ήταν αγωγές δυσφήμισης κατά του εκδοτικού οίκου Penguin Random House και τριών ειδησεογραφικών οργανισμών — των New York Times, Wall Street Journal και BBC· αγωγή κατά της τράπεζας JPMorgan Chase για παράνομο κλείσιμο των λογαριασμών του· καθώς και αγωγή κατά της Υπηρεσίας Εσωτερικών Εσόδων των ΗΠΑ (IRS), με την κατηγορία ότι δεν απέτρεψε παράνομα τη διαρροή των φορολογικών του δηλώσεων στα μέσα ενημέρωσης.
Οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί και η JPMorgan αρνήθηκαν οποιαδήποτε παρανομία. Η IRS δεν έχει σχολιάσει την αγωγή ούτε έχει απαντήσει στο δικαστήριο.
Τελικά, η υπόθεση στο Ντέλαγουερ απορρίφθηκε από τη δικαστή Γουίλ τον Σεπτέμβριο, όχι όμως για λόγους ασυλίας.
Χρήση του επιχειρήματος Τραμπ εναντίον του
Ορισμένοι από τους στόχους των αγωγών του επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τον ισχυρισμό περί ασυλίας εναντίον του, υποστηρίζοντας ότι εφόσον ο Τραμπ δηλώνει πως είναι υπερβολικά απασχολημένος για να επιβαρύνεται με δικαστικές διαδικασίες εις βάρος του, δεν θα πρέπει να του επιτρέπεται να ασκεί αγωγές κατά άλλων.
"Είναι σαν να λέει: "Θα παίξουμε μπέιζμπολ, αλλά μόνο εγώ θα χτυπάω”", σχολίασε ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, Ρίτσαρντ Πρίμους, αναφερόμενος στη στάση του Τραμπ περί ασυλίας.
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ είχε τοποθετηθεί για το ζήτημα της προεδρικής ασυλίας από αστικές αγωγές σε απόφαση του 1997 που αφορούσε τον τότε Δημοκρατικό πρόεδρο Μπιλ Κλίντον, κρίνοντας ότι οι πρόεδροι δεν απολαμβάνουν ασυλίας. Οι δικαστές επέτρεψαν να προχωρήσει αγωγή για δυσφήμιση και σεξουαλική παρενόχληση που είχε καταθέσει εναντίον του Κλίντον η πρώην υπάλληλος της Πολιτείας του Άρκανσο, Πόλα Τζόουνς.
Σε απόφαση του 2024 που αφορούσε τον Τραμπ, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι πρόεδροι διαθέτουν ευρεία ασυλία από ποινικές διώξεις για επίσημες πράξεις που τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, αν και η απόφαση αυτή δεν αφορούσε αστικές υποθέσεις.
Το πιο πρόσφατο πρόσωπο που επιχείρησε να χρησιμοποιήσει τον ισχυρισμό περί ασυλίας του Τραμπ εναντίον του είναι η δημοσκόπος Αν Σέλζερ, την οποία μήνυσε μαζί με την εφημερίδα Des Moines Register και τους εκδότες της τον Δεκέμβριο του 2024, λόγω προεκλογικής δημοσκόπησης που έδειχνε τη Δημοκρατική αντίπαλό του Κάμαλα Χάρις να προηγείται στην Αϊόβα — πολιτεία που τελικά κέρδισε ο Τραμπ.
Η Σέλζερ ζήτησε, χωρίς επιτυχία, να "παγώσει" η υπόθεση για όλη τη διάρκεια της προεδρίας του Τραμπ.
Οι δικηγόροι των εναγομένων υποστήριξαν ότι ο Τραμπ έχει ιστορικό κατάχρησης των δικαστηρίων για την προώθηση της πολιτικής του ατζέντας και ότι ο ισχυρισμός περί ασυλίας θα μπορούσε να του προσφέρει ένα νέο "όπλο" εναντίον των μέσων ενημέρωσης. Όπως ανέφεραν, ο Τραμπ θα μπορούσε να απαιτεί ιδιωτικά έγγραφα και καταθέσεις (γνωστά ως discovery) από τους εναγομένους σε υποθέσεις που ο ίδιος έχει κινήσει, αλλά να επικαλείται ασυλία όταν αντίστοιχα αιτήματα στρέφονται εναντίον του.
"Θα είχαμε μια μονόπλευρη διαδικασία συλλογής στοιχείων, μια μονομερή έρευνα κατά του Τύπου", δήλωσε ο δικηγόρος της Des Moines Register, Νικ Κλάινφελντ, σε ακρόαση στις 30 Ιανουαρίου ενώπιον του δικαστή της Πολιτείας της Αϊόβα, Σκοτ Μπίτι.
Ο δικαστής αναγνώρισε τα όρια της εξουσίας του να υποχρεώσει τον πρόεδρο να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε δικαστική εντολή.
"Μπορώ να επιβάλω πρόστιμο 500 δολαρίων ανά παράβαση και ίσως ποινή φυλάκισης έως έξι μήνες", είπε ο Μπίτι. "Αλλά είμαι αρκετά βέβαιος ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις σε κάτι τέτοιο", συμπλήρωσε.
Ο Άλαν Όστεργκρεν, δικηγόρος του Τραμπ, δήλωσε στην ακρόαση ότι ο πρόεδρος σκοπεύει να συμμορφωθεί με οποιεσδήποτε εντολές εκδώσει ο Μπίτι και ότι ο δικαστής θα μπορούσε να απορρίψει την αγωγή του Τραμπ αν δεν το πράξει.
Την Τρίτη, ο Μπίτι απέρριψε το αίτημα της Σέλζερ να ανασταλεί η αγωγή του Τραμπ.
"Συκοφαντήθηκε και αδικήθηκε"
Η νομική ομάδα του Τραμπ ανέφερε σε δήλωσή της στο Reuters ότι η ασυλία είναι ζωτικής σημασίας για τον θεσμό της προεδρίας, υποστηρίζοντας πως κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα των ΗΠΑ και στηρίζεται από τη νομολογία.
"Επιπλέον, ο πρόεδρος Τραμπ, εκ μέρους και μαζί με όλους τους Αμερικανούς, έχει εγγενές συνταγματικό δικαίωμα να ζητά λογοδοσία από όσους τον έχουν συκοφαντήσει και αδικήσει. Αντίθετα με τις επιθυμίες των ριζοσπαστικών φιλελεύθερων και των συμμάχων τους στα μέσα ενημέρωσης, οι πρόεδροι δεν παραιτούνται από αυτό το δικαίωμα όταν ορκίζονται", ανέφερε η ομάδα του Τραμπ.
Μέχρι στιγμής, τα δικαστήρια έχουν ταχθεί υπέρ του Τραμπ.
Απαλλάχθηκε από την ιδιότητα του εναγομένου στις αγωγές που αφορούσαν την εταιρεία κοινωνικής δικτύωσής του, οι οποίες είχαν κατατεθεί σε πολιτειακά δικαστήρια στο Ντέλαγουερ και τη Φλόριντα, αν και τα δικαστήρια αυτά δεν εξέτασαν το ζήτημα της ασυλίας στις αποφάσεις τους.
Πέραν της απόφασης του δικαστή στην Αϊόβα, εφετείο στη Φλόριντα απέρριψε παρόμοιο αίτημα να "παγώσει" αγωγή δυσφήμισης που είχε καταθέσει ο Τραμπ το 2022 κατά του Διοικητικού Συμβουλίου των Βραβείων Πούλιτζερ. Ο Τραμπ είχε προσφύγει στη Δικαιοσύνη αφού το συμβούλιο απέρριψε αίτημά του να ανακαλέσει το βραβείο που απονεμήθηκε από κοινού στην Washington Post και τους New York Times το 2018 για την κάλυψη της ρωσικής παρέμβασης στις εκλογές του 2016 και των σχέσεων με την προεκλογική του εκστρατεία.
Αν ο Τραμπ δεν διαθέτει τον χρόνο να ασχοληθεί με την υπόθεση για τα Πούλιτζερ, μπορεί ελεύθερα να αποσύρει ο ίδιος την αγωγή — κάτι που δεν θα μπορούσε να κάνει εάν ήταν εναγόμενος σε υπόθεση, ανέφερε το εφετείο.
"Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι καταχρηστικός διάδικος", δήλωσε ο καθηγητής Πρίμους, προσθέτοντας ότι η ιδιότητα του προέδρου καθιστά τις αγωγές του εξαιρετικά πιεστικές για τους εναγομένους που στοχοποιεί. "Αν έχει μια νόμιμη νομική αξίωση, θα μπορούσε να καταθέσει αγωγή και να ζητήσει από το δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία έως ότου αποχωρήσει από το αξίωμα. Δεν είναι ότι χρειάζεται τα χρήματα άμεσα".