Του Κώστα Ράπτη
Πόσο βιώσιμο θα αποδειχθεί το μνηνόνιο συνεννόησης που υπέγραψαν οι ΗΠΑ και το Ιράν; Η συζήτηση δικαίως επικεντρώνεται τη στιγμή αυτή στις ειδικότερες (και όχι ακόμη πλήρως αποσαφηνισμένες) προβλέψεις αυτής της ενδιάμεσης συμφωνίας, λ.χ. την χρονικότητα της άρσης του αποκλεισμού του Χορμούζ και των ιρανικών λιμένων, σε συνδυασμό με την απελευθέρωση δεσμευμένων κονδυλίων και την δυνατότητα πώλησης πετρελαίου εκτός κυρώσεων που διεκδικεί το Ιράν.
Όμως οι σημαντικότερες προκλήσεις για το μέλλον είναι περισσότερο δομικές.
Η πρώτη αφορά την θεμελιώδη δυσπιστία του Ιράν έναντι των ΗΠΑ και κάθε συμφωνημένης λύσης εν γένει, αφότου ο Τραμπ κατά την πρώτη του προεδρική θητεία απέσυρε τη χώρα του από τη διεθνή συμφωνία JCPOA του 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και διέταξε τον φόνο του στρατηγού Κάσεμ Σολεϊμανί, ενώ αυτός εκτελούσε διπλωματική αποστολή. Πόσω μάλλον που κατά την δεύτερη θητεία του ο Τραμπ εξαπέλυσε δύο φορές επίθεση κατά του Ιράν, εν μέσω συνομιλιών που φέρονταν να εξελίσσονται παραγωγικά. Για τους Ιρανούς ιθύνοντες, η τωρινή υπαναχώρηση του ενοίκου του Λευκού Οίκου ενδέχεται να μην είναι παρά ένα τέχνασμα για να να ανασυνταχθούν οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις και να προσπερασθεί ο "κάβος" των ενδιάμεσων εκλογών το φθινόπωρο στις ΗΠΑ.
Η δεύτερη μείζων πρόκληση συνίσταται στο γεγονός ότι η μεν έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου περιλάμβανε τρεις εμπλεκόμενους (ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον Ιράν), το δε μνημόνιο συνεννόησης αποτελεί προϊόν ιρανο-αμερικανικής διαπραγμάτευσης, μολονότι αφορά το "σύνολο των μετώπων", άρα και τις ενέργειες του εβραϊκού κράτους στον Λίβανο. Θα συμφιλιωθεί το Ισραήλ με την πραγματικότητα αυτή που διαμορφώθηκε ερήμην του και ενάντια στις προθέσεις του, θα προσπαθήσει να την ανατρέψει, θα πειθαναγκασθεί από τον Τραμπ ή τι; Η ανατροπή είναι θεμελιώδης, διότι η στρατηγική αέναου πολέμου του Ισραήλ προεξοφλεί την στήριξη των ΗΠΑ, η οποία αποκαλύπτεται πλέον ότι δεν είναι απεριόριστη, δεδομένου του κόστους που έχει να πληρώσει η υπερδύναμη σε άλλα πεδία ενδιαφέροντός της.
Η τρίτη πρόκληση έχει να κάνει με το γεγονός ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος διαπερνάται από σοβαρές αντιθέσεις. Στην αμερικανική πλευρά αυτό κωδικοποιείται στην διάσταση ανάμεσα σε ό,τι εκφράζει ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς (και πλέον υιοθετεί και ο πρόεδρος Τραμπ) αφενός και ό,τι υποστηρίζουν "ιέρακες" σαν τους υπουργούς Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ. Η υπόγεια διαμάχη άπτεται διαφορετικών φιλοσοφιών ως προς το μέλλον της αμερικανικής ηγεμονίας (αναδίπλωση από μέτωπα που αποτελούν πολυτέλεια και επικέντρωση στον οικονομικό ανταγωνισμό με την Κίνα ή επιμονή στην οδό της "σιδηράς πυγμής" παγκοσμίως) και βεβαίως θα λειτουργήσει καθοριστικά στην μονομαχία των Βανς και Ρούμπιο για την διαδοχή του Τραμπ το 2028.
Ομοίως, από ιρανικής πλευράς οι πρώτες διαδηλώσεις οπαδών των σκληροπυρηνικών μόλις έγινε γνωστή η συμφωνία με τις ΗΠΑ αποκαλύπτουν τις εντάσεις εντός του συνασπισμού εξουσίας. Και τα ερωτήματα γίνονται περισσότερο δύσκολα, αν αναλογισθούμε ότι δεν είναι ακόμη σαφές προς τα έξω σε ποιον βαθμό ελέγχει τα πράγματα ο ανώτατος ηγέτης Μοτζταμπά Χαμενεϊ, ενώ η λήξη του πολεμικού συναγερμού θα ξαναφέρει στο προσκήνιο τις διεκδικήσεις του ιρανικού πληθυσμού για μια καλύτερη τύχη, σε φάση που τα οικονομικά ανταλλάγματα δεν θα εισρέουν απαραιτήτως με τον προσδοκώμενο από το καθεστώς ρυθμό.
Η τελευταία πρόκληση αφορά το γεγονός ότι η προς υπογραφή συμφωνία είναι ακριβώς ενδιάμεση: εξασφαλίζει δηλαδή ένα χρονικό περιθώριο.
Εντυπωσιακές οι εναλλαγές ρόλων
Ο Ντόναλντ Τραμπ υπήρξε ο "πρόεδρος των ονείρων" της (φιλο)ισραηλινής δεξιάς. Θα καταλήξει να έχει τραυματίσει την αμερικανο-ισραηλινή σχέση περισσότερο από οποιονδήποτε προκάτοχό του.
Το δε όραμα των Ιρανών μεταρρυθμιστών για την εξεύρεση ενός αμοιβαία επωφελούς modus vivendi με τη Δύση ενδέχεται εντέλει να υλοποιηθεί ακριβώς από τους σκληροπυρηνικούς που τους παραγκώνισαν.
Οι εναλλαγές ρόλων στη νέα Μέση Ανατολή είναι τω όντι εντυπωσιακές.
Το μνημόνιο συνεννόησης που συνυπέγραψαν εξ αποστάσεως ο ένοικος του Λευκού Οίκου και ο Ιρανός ομόλογός του δεν προβλέπει κάτι για τα ζητήματα αμεσότερου ισραηλινού ενδιαφέροντος, όπως είναι η κατάσταση στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη, όπου το εβραϊκό κράτος διατηρεί, κατά αιματηρό τρόπο, ελευθερία κινήσεων. Συμπεριλαμβάνει όμως ρητά τον Λίβανο, επαναφέροντας έτσι το δόγμα "προωθημένης αποτροπής" του Ιράν και επιβεβαιώνοντας την επιβίωση του λεγόμενου "άξονα της αντίστασης" (επί του οποίου δεν προβλέπεται καμία διαπραγμάτευση στην επόμενη φάση των ιρανο-αμερικανικών συνομιλιών για την διαμόρφωση τελικής συμφωνίας).
Το μήνυμα είναι ότι το Ισραήλ δεν διαθέτει πλέον "έμπρακτο βέτο" στις αμερικανικές αποφάσεις: μπορεί να αψηφήσει τα όσα συμφωνήθηκαν ερήμην του, συνεχίζοντας τις επιθέσεις κατά της Χεζμπολλάχ επί λιβανικού εδάφους, ωστόσο δεν μπορεί να προεξοφλεί την αμερικανική στήριξη σε περίπτωση ιρανικών αντιμέτρων. Η χώρα του Ντόναλντ Τραμπ έχει κατά νου μιαν ευρύτερη εικόνα των συμφερόντων και των αδυναμιών της και δεν διαπνέεται από καμία προθυμία να συρθεί εκ νέου σε μια μεγάλη πολεμική περιπέτεια στον Περσικό Κόλπο.
Οι Ισραηλινοί ιθύνοντες, όλων των πολιτικών αποχρώσεων, το εισπράττουν αυτό ως υπαρξιακή κρίση. Αλλά και η άλλοτε θηριώδης δημοτικότητα του Τραμπ στην ισραηλινή κοινή γνώμη υποχωρεί ραγδαία.
"Ιέρακες" και "νεοσυντηρητικοί" καταγγέλλουν την συμφωνία
Εντός ΗΠΑ, πάλι, "ιέρακες" και "νεοσυντηρητικοί", βαθιά αφοσιωμένοι στην ατζέντα του Ισραήλ, καταγγέλλουν την ενδιάμεση συμφωνία (και τα όσα προδιαγράφει για τα "βαριά" ζητήματα, π.χ. τον πυρηνικό φάκελλο, που παραπέμπονται στην τελική συμφωνία) ως πολύ χειρότερη της JCPOA (2015) του Ομπάμα.
Δεν είναι μόνο όσα πράττει ο Τράμπ, είναι και όσα λέει – εντελώς υπονομευτικά της ισραηλινής επιχειρηματολογίας. Ότι δηλ. οι Ιρανοί ιθύνοντες είναι "ευφυείς", "ισχυροί", και κυρίως "ορθολογικοί", ότι το Ιράν δικαιούται να έχει βαλλιστικούς πυραύλους, εφόσον έχουν και οι γείτονές του, ότι το Ισραήλ κινητοποιείται υπερβολική βία στη μάχη κατά της Χεζμπολλάχ (την οποία θα μπορούσε να αναλάβει η Συρία του αλ-Σάραα), ότι ο Νετανιάχου "δεν έχει κρίση" και ότι όσοι κατηγορούν τον ίδιο ως soft έναντι της Τεχεράνης είναι "ανόητοι" και "ζηλιάρηδες".
Το μείγμα America First και (Χριστιανικού) Σιωνισμού που χαρακτηρίζει τον "τραμπισμό" αποκαλύπτεται ασταθές και κατά βάθος αταίριαστο.
Αλλά εκπλήξεις επιφυλάσσει και η ιρανική πλευρά. Ο θριαμβευτής των ημερών Μοχάμεντ Μπαγέρ Γαλιμπάφ (κύριος διαπραγματευτής και πρόεδρος του κοινοβουλίου του Ιράν) τονίζει στις συνεντεύξεις του ότι η χώρα του οφείλει να κινηθεί με "ισχύ" μεν, αλλά και με "λογική", χωρίς "απομόνωση", ώστε να εξασφαλίσει την ευημερία όλων των πολιτών της. Αναφέρεται πρωτίστως στην σχέση του Ιράν με την Κίνα, αλλά ασφαλώς δεν του διαφεύγει ότι η συμφωνία που ο ίδιος εκπόνησε, προβλέπει, αν θεωρήσουμε ότι θα οδηγηθεί στο τελικό στάδιο, τη δημιουργία ενός "ταμείου ανασυγκρότησης" (ευφημισμός αντί των πολεμικών επανορθώσεων) το οποίο θα συγκεντρώσει αμερικανικά και αραβικά κεφάλαια ύψους 300 δισ. δολαρίων, για να επενδυθούν στην Ισλαμική Δημοκρατία.
Οι ευκαιρίες για deals, από αυτά που ενθουσιάζουν τον Τραμπ, θα μπορούσαν να είναι πολλές. Και μάλλον αυτό είναι το "καρότο" που τον έπεισε να υπογράψει τη συμφωνία – μαζί με το "μαστίγιο" της εκτιμώμενης εξάντλησης των αμερικανικών πετρελαϊκών αποθεμάτων εντός τεσσάρων εβδομάδων, όπως ομολόγησε ο ίδιος, εάν συνεχιζόταν ο αποκλεισμός του Ορμούζ.