Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι θα ήταν "απογοητευμένος" από την Κίνα εάν παρείχε όπλα στο Ιράν, επαναλαμβάνοντας τις διαβεβαιώσεις που, όπως είπε, του είχε δώσει ο Σι Τζινπίνγκ ότι το Πεκίνο δεν θα πουλήσει όπλα στην Τεχεράνη.
Ο Τραμπ ρωτήθηκε την Τετάρτη σχετικά με δημοσίευμα του Reuters, σύμφωνα με το οποίο το Ιράν αναμένεται να παραλάβει μέσα στις επόμενες εβδομάδες αποστολή έως και 400 κινεζικής κατασκευής φορητών αντιαεροπορικών πυραύλων.
"Αυτό ήταν έκπληξη. Θέλω να πω, συμβαίνουν τέτοια πράγματα, αλλά αυτό θα ήταν έκπληξη", δήλωσε ο Τραμπ στους δημοσιογράφους στο Οβάλ Γραφείο.
"Μου είπε με πολύ κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν θα συμμετάσχει, αλλά γνωρίζει ότι θα ήμουν αρκετά απογοητευμένος. Νομίζω ότι θα έρθει εδώ στις 24 Σεπτεμβρίου", πρόσθεσε, αναφερόμενος στα σχέδια του Σι να επισκεφθεί τις Ηνωμένες Πολιτείες για σύνοδο κορυφής αργότερα μέσα στο έτος.
Η εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Μάο Νινγκ, δήλωσε ότι "τα σχετικά δημοσιεύματα δεν συνάδουν με τα πραγματικά γεγονότα και στερούνται βάσης".
Πρόσθεσε, κατά τη διάρκεια της τακτικής ενημέρωσης των δημοσιογράφων στο Πεκίνο, ότι "η Κίνα διαδραματίζει σταθερά ρόλο στην προώθηση της ειρήνης και στον τερματισμό των συγκρούσεων".
Ο Τραμπ έχει εκφράσει και στο παρελθόν ανησυχία για ενδεχόμενες κινεζικές πωλήσεις όπλων στο Ιράν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τον Απρίλιο είχε δηλώσει ότι ο Σι του είχε αναφέρει σε επιστολή πως το Πεκίνο δεν προμηθεύει όπλα στο Ιράν. Η Κίνα δεν αποστέλλει απευθείας όπλα στο Ιράν, παρέχει όμως τεχνολογία διπλής χρήσης.
Σύμφωνα με το Reuters, οι παραδόσεις των φορητών αντιαεροπορικών συστημάτων θα διέλθουν μέσω του Πακιστάν προς το Ιράν, αν και το δημοσίευμα δεν διευκρίνιζε εάν η μεταφορά θα γίνει αεροπορικώς ή οδικώς. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών είχε προηγουμένως χαρακτηρίσει το δημοσίευμα του Reuters "αβάσιμο".
Ο Τραμπ έχει επίσης απειλήσει στο παρελθόν με την επιβολή δασμού 50% στα προϊόντα χωρών που εξοπλίζουν την Τεχεράνη, μια κίνηση που θα μπορούσε να ανατρέψει τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, εάν προχωρούσε στην εφαρμογή της. Σε ευρύτερο επίπεδο, ο πόλεμος με το Ιράν έχει επιβαρύνει τις σχέσεις μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, ενώ το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει διαταράξει τις ενεργειακές ροές προς την Κίνα, η οποία αποτελεί σημαντικό αγοραστή ιρανικού πετρελαίου.