Εάν ο Ντόναλντ Τραμπ δεν βρει τρόπο να ξεφύγει από το αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί στο Ιράν, η απόφασή του να κηρύξει πόλεμο ενδέχεται να μείνει στην ιστορία ως το λάθος που θα καθορίσει την προεδρία του.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής έχει αποφύγει το ένα πιθανό καταστροφικό λάθος: την μαζική κλιμάκωση της σύγκρουσης πέρα από αυτό που ο ίδιος μπορεί να ελέγξει, σημειώνει το CNN σε ανάλυσή του.
Η ιστορία δείχνει ότι οι πρόεδροι που κλιμακώνουν τους πολέμους αναζητώντας μια διέξοδο ή για να προστατεύσουν το δικό τους κύρος ή τη φήμη της Αμερικής, παίρνουν έναν επικίνδυνο κατήφορο. Στο Βιετνάμ, στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, συχνά το έκαναν με απροθυμία, σε πολέμους που δεν μπορούσαν πλέον να κερδηθούν.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Τραμπ βρίσκεται ανάμεσα σε τρεις επιλογές για έναν πόλεμο που πλέον καθοδηγείται από την άρνηση του Ιράν να παραδοθεί ή να διαπραγματευτεί σοβαρά.
• Εάν η διπλωματία συνεχίσει να αποτυγχάνει, είναι διατεθειμένος να παρατείνει επ’ αόριστον την μέχρι στιγμής ατελέσφορη εκστρατεία των αεροπορικών επιθέσεων, των εύθραυστων εκεχειριών και των ναυτικών αποκλεισμών από τις ΗΠΑ και το Ιράν, η οποία συνεχίζεται αλλά δεν τερματίζει τον πόλεμο;
• Ή μήπως θα κλιμακώσει την αμερικανική επίθεση, αίροντας τους δικούς του περιορισμούς και ξεπερνώντας τους στρατιωτικούς στόχους για να χτυπήσει Ιρανούς πολίτες και υποδομές - διασχίζοντας τον Ρουβίκωνα και προχωρώντας στη χρήση χερσαίων δυνάμεων σε περιορισμένες επιχειρήσεις;
• Η τρίτη επιλογή θα ήταν εξαιρετικά οδυνηρή: να αποδεχτεί ότι το καλύτερο για τον ίδιο και για τις ΗΠΑ θα ήταν να περιορίσουν τις απώλειες και να αποσυρθούν από τη σύγκρουση, χωρίς να έχουν επιτευχθεί οι κύριοι στόχοι του.
Κάθε ερώτηση οδηγεί σε δυσάρεστες απαντήσεις, γεγονός που εξηγεί γιατί εξακολουθεί να βρίσκεται εγκλωβισμένος σε έναν πόλεμο που δεν μπορεί να αντέξει να κερδίσει, αλλά ούτε και να χάσει. Ενδεικτικό της δύσκολης θέσης στην οποία βρίσκονται οι ΗΠΑ είναι το γεγονός ότι το Πεντάγωνο απέστειλε αίτημα σε μια ομάδα στρατιωτικών αναλυτών ζητώντας τους "δημιουργικές και μη συμβατικές" ιδέες για να "τιμωρήσουν" το Ιράν, σύμφωνα με δημοσίευμα του CNN.
Μια ευκαιρία πριν από τον "αποκεφαλισμό"
Η απογοήτευση του Τραμπ ήταν εμφανής αυτή τη Δευτέρα, αφότου το Ιράν απέρριψε την τελευταία του κίνηση. Είχε αναστείλει τα καταστροφικά χτυπήματα που είχε υποσχεθεί το Σαββατοκύριακο, αφού είχε δηλώσει για πολλοστή φορά ότι μια συμφωνία θα μπορούσε να είναι επικείμενη.
Μέσω Truth Social, ο Τραμπ κατακεραύνωσε την "απίστευτη διπροσωπία" των Ιρανών ηγετών, χωρίς να ξεκαθαρίσει σε ποιους αναφέρεται. "Ζητάνε συνάντηση, μερικοί θα έλεγαν ‘εκλιπαρούν’, οι συνομιλίες αρχίζουν, προβλέπονται άλλες στο άμεσο μέλλον, και μετά λένε δημόσια και με περηφάνια ότι δεν έχουν καμιά συζήτηση", υποστήριξε.
Μέχρι το απόγευμα, ο Τραμπ είχε επιστρέψει στις απειλές. "Αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία που έχουν να υπογράψουν ένα καλό κείμενο", δήλωσε από το Οβάλ Γραφείο. Όμως η προειδοποίησή του ότι η Τεχεράνη έχει ακόμη μια ευκαιρία πριν από τον "αποκεφαλισμό" θέτει από μόνη της ένα ερώτημα. Τι θα κάνει αν το Ιράν τον αγνοήσει ξανά;
Οποιαδήποτε μαζική κλιμάκωση θα αποτελούσε ρίσκο, καθώς δεν υπάρχει κανένα σημάδι ότι η Τεχεράνη θα επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις μετά τους βομβαρδισμούς. Το Ιράν πιθανότατα θα απαντήσει στις επιθέσεις κατά των γεφυρών, των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και άλλων υποδομών του, καταστρέφοντας παρόμοιους στόχους στο έδαφος των συμμάχων των ΗΠΑ στον Κόλπο και επιδεινώνοντας το οικονομικό κόστος του πολέμου. Οι ηγέτες της περιοχής φαίνεται να έθεσαν ακριβώς αυτό το σενάριο στον Τραμπ το Σαββατοκύριακο. "Ήμασταν έτοιμοι να προχωρήσουμε. Και μας τηλεφώνησαν. Τηλεφώνησε η Σαουδική Αραβία. Τηλεφώνησαν τα ΗΑΕ. Τηλεφώνησε το Κατάρ", δήλωσε ο Τραμπ.
Θεωρητικά, ο Τραμπ θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ για να ανοίξει με τη βία τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, αυτό θα εξέθετε τα αμερικανικά πολεμικά πλοία στον κίνδυνο πυραύλων και drones. Παράλληλα, οι χερσαίες επιχειρήσεις εναντίον του πετρελαϊκού κόμβου στο Χαργκ ή για την απώθηση των ιρανικών δυνάμεων από τα στενά θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε αιματηρές συγκρούσεις.
Τα τελευταία 60 χρόνια αποδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο το ρίσκο αυξάνεται εκθετικά όταν ένας αεροπορικός πόλεμος μετατρέπεται σε χερσαίο.
Πίσω στις ΗΠΑ, το πολιτικό κόστος αυξάνεται όσο αυξάνονται οι απώλειες —κάτι που ο Τραμπ δεν έχει τη πολυτέλεια να υποστεί, λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Πολλοί προηγούμενοι πρόεδροι βρέθηκαν σε παρόμοιο σημείο καμπής. Αν και οι πόλεμοι στο Βιετνάμ, το Ιράκ, το Αφγανιστάν και οι συγκρούσεις του Τραμπ με το Ιράν ξεκίνησαν υπό διαφορετικές συνθήκες, όλοι κατέληξαν στο ίδιο ερώτημα: "ένα κακό status quo, κλιμάκωση ή αποχώρηση".
Και κανένας πρόεδρος δεν θέλει να μείνει στην ιστορία ως εκείνος που έχασε έναν πόλεμο.
Τα λάθη των Τζόνσον και Μπους
Το 1965, ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον βρέθηκε αντιμέτωπος με την απόφαση επέκτασης του πολέμου του Βιετνάμ, τον οποίο είχε κληρονομήσει από τον Τζον Φ. Κένεντι. "Έχουμε ξεκινήσει τους βομβαρδισμούς εναντίον αυτών των ανθρώπων· ξεπεράσαμε αυτό το εμπόδιο", είχε πει ο Τζόνσον στον Υπουργό Άμυνας, Ρόμπερτ Μακναμάρα. "Δεν νομίζω ότι υπάρχει τίποτα χειρότερο από την ήττα. Και δεν βλέπω κανέναν τρόπο να νικήσουμε", έλεγε ο Τζόνσον.
Παρ' όλα αυτά, ο Τζόνσον διέταξε την επιχείρηση "Rolling Thunder", κλιμακώνοντας τους βομβαρδισμούς κατά του Βόρειου Βιετνάμ και στέλνοντας δεκάδες χιλιάδες ακόμη νέους Αμερικανούς στην κόλαση του πολέμου. Θα έπρεπε να είχε ακούσει τον υφυπουργό Εξωτερικών, Τζορτζ Μπολ, ο οποίος σε υπόμνημά του προειδοποιούσε ότι, από τη στιγμή που οι ΗΠΑ θα είχαν απώλειες, θα παγιδεύονταν σε μια "σχεδόν μη αναστρέψιμη διαδικασία" και θα υφίσταντο "εθνική ταπείνωση" αν σταματούσαν πριν επιτύχουν τους στόχους τους.
Ο Μπολ, προβλέποντας το αδιέξοδο που ερχόταν, υποστήριζε ότι οι ΗΠΑ θα ζημίωναν πολύ περισσότερο την παγκόσμια ηγετική τους θέση συνεχίζοντας τον πόλεμο, παρά αν ακολουθούσαν "μια προσεκτικά σχεδιασμένη πορεία προς μια συμβιβαστική λύση".
Ο πόλεμος έδωσε τέλος στις ελπίδες του Τζόνσον για μια δεύτερη θητεία, και ο Ρίτσαρντ Νίξον κληρονόμησε τον πόλεμο του Βιετνάμ μετά τη νίκη του στις εκλογές του 1968. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο ίδιος και ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας Χένρι Κίσινγκερ είχαν ήδη συμπεράνει ότι η νίκη ήταν αδύνατη, αλλά συνέχισαν να μάχονται με την ελπίδα να διαμορφώσουν τους όρους για μια υπαναχώρηση —μια μάταιη προσπάθεια να ενισχύσουν το αντικομμουνιστικό Νότιο Βιετνάμ και να αποφύγουν την εικόνα μιας αμερικανικής ήττας.
"Αν, την κρίσιμη ώρα, το ισχυρότερο έθνος του κόσμου, οι ΗΠΑ, συμπεριφερθούν σαν ένας αξιολύπητος, αβοήθητος γίγαντας, οι δυνάμεις του ολοκληρωτισμού και της αναρχίας θα απειλήσουν τα ελεύθερα έθνη και τους ελεύθερους θεσμούς σε όλο τον κόσμο", είπε ο Νίξον στο αμερικανικό έθνος στις 30 Απριλίου 1970, εξηγώντας την απόφασή του να επεκτείνει τον πόλεμο στην Καμπότζη.
Περισσότεροι από 20.000 Αμερικανοί έχασαν τη ζωή τους στο Βιετνάμ κατά τη διάρκεια της προεδρίας Νίξον. Τα τελευταία αμερικανικά στρατεύματα αποχώρησαν από τη χώρα το 1973, ενώ το προσωπικό απομακρύνθηκε κατά την πτώση της Σαϊγκόν το 1975, επί προεδρίας Τζέραλντ Φορντ.
Περισσότερα από 30 χρόνια αργότερα, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους Τζ. εκφώνησε το δικό του πολεμικό διάγγελμα προς το έθνος. Ανέλαβε την ευθύνη για τα λάθη που έγιναν, αλλά προειδοποίησε το 2007 ότι "μια αποτυχία στο Ιράκ θα συνιστούσε καταστροφή για τις Ηνωμένες Πολιτείες". Παράλληλα, ανακοίνωσε την αποστολή ενισχύσεων με χιλιάδες επιπλέον στρατιώτες για να βοηθήσουν τις ένοπλες δυνάμεις του Ιράκ.
Η Ιστορία δεν έχει αποφανθεί ακόμη τελεσίδικα για εκείνη την επιχείρηση. Η τακτική καταστολής της ανταρσίας λειτούργησε σε ορισμένες περιοχές. Ωστόσο, το ερώτημα αν οι αμερικανικές απώλειες ήταν δικαιολογημένες παραμένει αναπάντητο, καθώς οι ΗΠΑ θα αποχωρούσαν τελικά πλήρως.
Ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα εξελέγη με την υπόσχεση να βάλει τέλος στους "αιώνιους πολέμους" της Αμερικής. Ωστόσο, οκτώ χρόνια μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου που οδήγησαν τις ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, ανακοίνωσε τη δική του αύξηση στρατευμάτων για να ανακόψει τη δυναμική των Ταλιμπάν και να εξαρθρώσει οριστικά την Αλ Κάιντα. Έχοντας επίγνωση της παγίδας της κλιμάκωσης στην οποία εγκλωβίστηκαν ο Τζόνσον, ο Νίξον και ο Μπους, δεσμεύτηκε να ξεκινήσει την αποχώρηση των στρατευμάτων στα μέσα του 2011. Οι επικριτές του υποστήριξαν ότι το χρονοδιάγραμμα ενθάρρυνε τους εχθρούς των ΗΠΑ απλώς να περιμένουν μέχρι να αποχωρήσουν οι Αμερικανοί.
Ένας πόλεμος που δεν κερδίζεται
Τα σύγχρονα αδιέξοδα της Αμερικής διαμόρφωσαν τη κριτική του Τραμπ, η οποία τον βοήθησε να κερδίσει τον Λευκό Οίκο το 2016. Τέσσερις ημέρες πριν εκλεγεί πρόεδρος, επιτέθηκε φραστικά στους "πολέμους που δεν τελειώνουν ποτέ, πολέμους που δεν κερδίζουμε ποτέ".
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, ο Τραμπ διέταξε τη δική του αύξηση στρατευμάτων στο Αφγανιστάν, σε μια προσπάθεια να δώσει τέλος στον πόλεμο. "Το αρχικό μου ένστικτο ήταν να αποχωρήσουμε - και ιστορικά μού αρέσει να ακολουθώ τα ένστικτά μου", δήλωσε. Λιγότερο από τρία χρόνια αργότερα, έριξε την ευθύνη στον πρώτο του υπουργό Άμυνας, Τζέιμς Μάτις, λέγοντας: "Του έδωσα περισσότερο προσωπικό για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά δεν λειτούργησε".
Τώρα, ο Τραμπ βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπος με μια απόφαση. Στο διάγγελμά του για το Αφγανιστάν το 2017, είχε πει: "Όλη μου τη ζωή άκουγα ότι οι αποφάσεις είναι πολύ διαφορετικές όταν κάθεσαι πίσω από το γραφείο στο Οβάλ Γραφείο".
Ο πόλεμος στο Ιράν δεν "ανήκει" στον Μπους. Είναι ένας πόλεμος του Τραμπ, και θα καθορίσει την υστεροφημία του, καθώς και τις τύχες πολλών ζωών, πολύ πέρα από τον Λευκό Οίκο.


