Σφοδρές αντιδράσεις προκαλεί στη Γαλλία η πρόταση του υποψηφίου της ριζοσπαστικής Αριστεράς για την Προεδρία της Δημοκρατίας, Ζαν-Λικ Μελανσόν, να διαγραφεί μέρος του δημόσιου χρέους που βρίσκεται στα χαρτοφυλάκια της κεντρικής τράπεζας, σε μια κίνηση που, σύμφωνα με τους επικριτές της, θα μπορούσε να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Ο Μελανσόν, επικεφαλής του ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος Ανυπότακτη Γαλλία (LFI), επαναφέρει την πρόταση για ακύρωση των γαλλικών κρατικών ομολόγων που κατέχει η Τράπεζα της Γαλλίας. "Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να πάρουμε το 18% που κατέχει η Τράπεζα της Γαλλίας και να το πετάξουμε στη φωτιά", έχει δηλώσει κατά την προεκλογική του εκστρατεία.
Ο υποψήφιος δεν έχει παρουσιάσει μέχρι στιγμής αναλυτικό σχέδιο για τον τρόπο εφαρμογής της πρότασης. Η βασική ιδέα, ωστόσο, είναι ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να μειώσει το ονομαστικό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, το οποίο πλέον ξεπερνά το 116%, δημιουργώντας δημοσιονομικό χώρο για υψηλότερες δημόσιες δαπάνες.
Η πρόταση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πακέτο πολιτικών θέσεων του Μελανσόν, οι οποίες φαίνεται να βρίσκουν απήχηση σε μερίδα των Γάλλων ψηφοφόρων. Δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα έδειξε ότι ο Μελανσόν θα μπορούσε να περάσει στον β' γύρο των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους, απέναντι στην ηγέτιδα της ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν, αφήνοντας πίσω του υποψηφίους των παραδοσιακών κομμάτων Κεντροδεξιάς, Κέντρου και Κεντροαριστεράς.
Το ευρωπαϊκό νομικό εμπόδιο
Η ιδέα της διαγραφής κρατικού χρέους που βρίσκεται στην κεντρική τράπεζα δεν είναι καινούργια. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, οικονομολόγοι και πολιτικοί είχαν προτείνει να ακυρώσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κρατικά ομόλογα που είχε αγοράσει από εμπορικές τράπεζες, στο πλαίσιο της προσπάθειας στήριξης της οικονομίας της Ευρωζώνης.
Οι προτάσεις αυτές απορρίφθηκαν, καθώς οι ευρωπαϊκοί κανόνες απαγορεύουν τη νομισματική χρηματοδότηση των κυβερνήσεων από τις κεντρικές τράπεζες. Παράλληλα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής είχαν προειδοποιήσει ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να πλήξει την εμπιστοσύνη των αγορών.
Αντίστοιχες αντιδράσεις προκαλεί και η νέα πρόταση του Μελανσόν.
Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί, ο οποίος ανέλαβε την πρωθυπουργία ως ο πέμπτος επικεφαλής της γαλλικής κυβέρνησης σε λιγότερο από δύο χρόνια, μετά την πτώση δύο προκατόχων του λόγω των προσπαθειών τους να περιορίσουν το δημοσιονομικό έλλειμμα, χαρακτήρισε την πρόταση "απάτη στην πιο καθαρή της μορφή".
Ο Λεκορνί προειδοποίησε ότι ακόμη και η συζήτηση γύρω από μια πιθανή διαγραφή του χρέους θα μπορούσε να ανησυχήσει τους επενδυτές, σε μια περίοδο κατά την οποία η Γαλλία καλείται να δανειστεί ποσά-ρεκόρ.
"Εάν η Γαλλία, η οποία πρέπει να αντλήσει 310 δισ. ευρώ φέτος, αθετούσε την ίδια της την υπογραφή, ποιος θα μας δάνειζε πια; Στην καλύτερη περίπτωση, οι δανειστές – εφόσον συμφωνούσαν να δανείσουν – θα απαιτούσαν εξωφρενικά επιτόκια", δήλωσε ο κεντρώος πρωθυπουργός σε ανάρτησή του στο X.
Η ομάδα του Μελανσόν δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα του Reuters για σχολιασμό.
Ποιος θα πληρώσει το κόστος
Η Τράπεζα της Γαλλίας απέφυγε να σχολιάσει την πρόταση. Ωστόσο, ο πρώην διοικητής της, Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό, έχει υποστηρίξει στο παρελθόν ότι η ακύρωση κρατικών ομολόγων που βρίσκονται στον ισολογισμό της θα υποχρέωνε τη Γαλλία να εγκαταλείψει το ευρώ.
Μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλούσε τεράστια ζημιά στην κεντρική τράπεζα, η οποία τελικά θα έπρεπε να καλυφθεί από τους Γάλλους φορολογούμενους.
Ωστόσο, η πρόταση δεν έχει βρει μόνο επικριτές.
Ο αριστερών πεποιθήσεων επενδυτικός τραπεζίτης Ματιέ Πιγκάς, ο οποίος πρόσφατα έλαβε εντολή να αναδιαρθρώσει το τεράστιο χρέος της Βενεζουέλας, τάχθηκε υπέρ της πρότασης του Μελανσόν.
Στο θερινό συνέδριο του LFI το περασμένο σαββατοκύριακο, ο Πιγκάς υποστήριξε ότι τα ομόλογα που βρίσκονται στην Τράπεζα της Γαλλίας θα μπορούσαν να ακυρωθούν "χωρίς καμία οικονομική ή χρηματοοικονομική επίπτωση".
Η θέση του προκάλεσε έντονη αντιπαράθεση στο X με τον πρώην επικεφαλής οικονομολόγο του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ, ο οποίος χαρακτήρισε τη σχετική συζήτηση "ηλίθια".
Ο Μπλανσάρ υποστήριξε ότι, εάν η Τράπεζα της Γαλλίας ακύρωνε τα γαλλικά ομόλογα που έχει στην κατοχή της, θα έχανε τα έσοδα από τόκους και τα κέρδη που διαφορετικά θα επέστρεφε στο γαλλικό κράτος, μοναδικό μέτοχό της. Κατά συνέπεια, η διαγραφή θα ήταν λογιστικά ουδέτερη για το κράτος, ενώ ταυτόχρονα θα μπορούσε να κλονίσει την εμπιστοσύνη των ιδιωτών επενδυτών.
Ο Μπλανσάρ αναγνώρισε ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας είναι υπερβολικά υψηλό, προειδοποίησε όμως ότι η παρουσίαση "ψευδών λύσεων" και η δημιουργία "ψεύτικων ελπίδων" είναι, όπως είπε, "ανεύθυνη".