Του Κώστα Ράπτη
Για τα κράτη που διαδοχικά περιέλαβε στους κόλπους της, η ΕΟΚ (μετέπειτα Ευρωπαϊκή Ένωση) αντιπροσώπευε μια τριπλή επαγγελία: ειρήνης, ευημερίας και εμπέδωσης της δημοκρατίας.
Όμως στον ευρωπαϊκό Βορρά, η ευημερία ήταν προ πολλού εξασφαλισμένη (χάρη και στο ισχυρό κοινωνικό κράτος), οι εμπειρίες από τον Β' Παγκόσμιο και τον Ψυχρό Πόλεμο διαφορετικές από αυτές της υπόλοιπης ηπείρου, η δημοκρατία ήταν ανθηρή, αλλά και η πολιτισμική αυτοπεποίθηση ισχυρή. Εξ ου και η ευρωπαϊκή προοπτική αντιμετωπιζόταν με έναν ρεαλισμό που δεν επέτρεπε τον εύκολο ενθουσιασμό.
Η Νορβηγία απέρριψε δύο φορές σε δημοψήφισμα την προοπτική ένταξης στην ΕΟΚ/Ε.Ε., ενώ η Δανία καταψήφισε αρχικώς τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και κρατήθηκε, όπως και η Σουηδία, εκτός του κοινού νομίσματος. Η αρνητική ψήφος των Ισλανδών στην επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε. εντάσσεται σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο.
Ως συμμετέχουσα στον Χώρο Schengen και στην κοινή αγορά διά του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, η Ισλανδία υλοποιεί περίπου το 75% του κοινοτικού κεκτημένου και επωφελείται όλων των πλεονεκτημάτων της ευρωπαϊκής ενοποίησης, πλην της συμμετοχής στα πολιτικά όργανα, όπου όμως η αρχή της ομοφωνίας έχει δραστικά περιοριστεί και η φωνή των μικρών κρατών-μελών διαρκώς υποχωρεί. Και προφανώς δεν αναμένει η Ισλανδία από την Ε.Ε., όπως λ.χ. οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, είτε να την τροφοδοτήσει με διαρθρωτικά κονδύλια είτε να τη βοηθήσει στην κυριαρχία του κράτους δικαίου και την καταπολέμηση της διαφθοράς.
Σε μία ψηφοφορία όπου η συμμετοχή έφθασε το 82% (ποσοστό μεγαλύτερο από αυτό των βουλευτικών εκλογών), οι Ισλανδοί απέρριψαν με ποσοστό 52% την πρόταση της κεντροαριστερής κυβέρνησης για αναβίωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων που είχαν εγκαινιασθεί το 2009, στον απόηχο του μεγάλου κραχ, και διεκόπησαν, κατόπιν κυβερνητικής εναλλαγής, το 2013. Σε αντίθεση με το Ρέικιαβικ, αποφασιστικά υπέρ του "Όχι" τάχθηκε η ισλανδική ύπαιθρος, αποτυπώνοντας μία διαίρεση που τείνει να γίνει πάγιο χαρακτηριστικό όλου του ευρωπαϊκού πολιτικού χάρτη.
Προφανώς, οι ανησυχίες για την τύχη της αλιείας (η οποία απασχολεί το 10% του πληθυσμού και αντιπροσωπεύει το 15% του ΑΕΠ και το 40% των ισλανδικών εξαγωγών) υπήρξαν καθοριστικές. Από τον καιρό των "πολέμων του μπακαλιάρου" με τη Βρετανία τη δεκαετία του '70, η Ισλανδία περιφρουρεί επίζηλα την πρόσβαση στα ύδατα της δικαιοδοσίας της.
Όμως ο κυριότερος πολιτικός συμβολισμός της ισλανδικής ψήφου αφορά την ασφάλεια και τη γεωπολιτική. Ο λόγος για τον οποίο επισπεύσθηκε το δημοψήφισμα, που αρχικώς προγραμματιζόταν για το 2027, είχε να κάνει με τη νεοψυχροπολεμική ένταση με τη Ρωσία, αλλά και τις βλέψεις του Ντόναλντ Τραμπ για τη γειτονική Γροιλανδία.
Η Ισλανδία δεν διατηρεί μόνιμο στρατό και στηρίζει την ασφάλειά της στη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και τη διμερή αμυντική συμφωνία του 1951 με τις ΗΠΑ. Όμως η στενότερη πολιτική πρόσδεση στην Ε.Ε. δεν θεωρήθηκε ως εναλλακτική εγγύηση ασφαλείας σε ταραγμένους καιρούς, γεγονός ενδεικτικό όχι μόνο της γενικότερης (μη) θελκτικότητας του οικοδομήματος των "27", αλλά και της περιορισμένης αξιοπιστίας του σε ζητήματα πολέμου και ειρήνης.
Αντιθέτως, το στρατόπεδο του "Όχι" κυκλοφόρησε τη φήμη ότι τυχόν ένταξη στην Ε.Ε. θα άνοιγε τον δρόμο για στρατολόγηση Ισλανδών σε έναν μελλοντικό στρατό.
Για τις Βρυξέλλες, η έκβαση του ισλανδικού δημοψηφίσματος δεν αποτελεί απλώς πλήγμα από την άποψη του γοήτρου, αλλά και πραγματική υποχώρηση στην "κούρσα" για την Αρκτική, στην οποία επείγονται να προωθηθούν όλες οι μεγάλες δυνάμεις. Αντανακλάται δε και στα βαλκανικά πράγματα, καθώς η ταυτόχρονη ένταξη της Ισλανδίας (η οποία έχει ήδη κλείσει τα περισσότερα κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων) με το περισσότερο προβληματικό Μαυροβούνιο θεωρούνταν ως μια εύκολη απάντηση σε όσους ισχυρίζονται ότι η Ε.Ε. δεν έχει δυναμική περαιτέρω διεύρυνσης.