Για να αντισταθμίσουν το αυξανόμενο κόστος των δασμών και την αβεβαιότητα ενός εμπορικού πολέμου, όλο και περισσότερες αμερικανικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τις Ζώνες Εξωτερικού Εμπορίου (Foreign Trade Zones – FTZ) και τις τελωνειακές αποθήκες που έχουν εγκριθεί από τα τελωνεία των ΗΠΑ για να καθυστερήσουν ή να μειώσουν τους φόρους επί των εισαγόμενων προϊόντων.
Οι FTZ έχουν μακρά ιστορία που χρονολογείται από μια προηγούμενη περίοδο εμπορικών συγκρούσεων κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Δημιουργήθηκαν από το Κογκρέσο το 1934 για να ενθαρρύνουν το διεθνές εμπόριο και να ενισχύσουν τις εξαγωγές σε μια εποχή που οι δασμοί έφταναν έως και το 53%.
Βάσει της αμερικάνικης νομοθεσίας, οι εταιρείες που εισάγουν πρώτες ύλες, ημιτελή προϊόντα ή εξαρτήματα από ξένες χώρες σε μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου ή τελωνειακή αποθήκη βρίσκονται ουσιαστικά σε μια δασμολογική φούσκα, που σημαίνει ότι όταν εισέρχονται στις ΗΠΑ αποθηκεύονται εκεί αφορολόγητα.
Μόλις ένα προϊόν εισέλθει στην FTZ, μπορεί να συναρμολογηθεί ή να τροποποιηθεί. Οι δασμοί εισπράττονται μόνο αφού ένα προϊόν εγκαταλείψει τη ζώνη και εισέλθει στο εμπόριο των ΗΠΑ. Τα προϊόντα μπορούν να αποθηκευτούν σε FTZ επ′ αόριστον. Οι τελωνειακές αποθήκες έχουν όριο έως και πέντε έτη.
Υπάρχουν συνολικά 2.340 FTZ και στις 50 πολιτείες των ΗΠΑ. Αναβάλλοντας τις πληρωμές δασμών, "οι FTZ και οι τελωνειακές αποθήκες ουσιαστικά απελευθερώνουν τη ταμειακή ροή μιας εταιρείας", δήλωσε ο Τζέισον Στρίκλαντ, διευθυντής πωλήσεων στην εταιρεία υλικοτεχνικής υποστήριξης (logistics) Givens, που επισημαίνει το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι αν ένα προϊόν κατασκευάζεται σε μια FTZ και επανεξάγεται στο εξωτερικό, δεν πραγματοποιούνται καθόλου πληρωμές δασμών.