Του Τάσου Δασόπουλου
Με άλλο σημείο αναφοράς, η Κομισιόν και η ΕΚΤ, μπαίνουν ξανά στη διαδικασία να αντιμετωπίσουν άλλη μια ενεργειακή κρίση, με διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτή του 2022, χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους εύκολες λύσεις, αφού οι επιλογές τους θυμίζουν την παροιμία "μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα".
Η ΕΚΤ, έχοντας λάβει και τα κατάλληλα μηνύματα από τους εμπειρογνώμονες της, ετοιμάζεται να προχωρήσει στην πρώτη αύξηση επιτοκίων, μετά αυτή του Ιουνίου του 2023, όταν σε μια τελευταία κίνηση έφερε τα επιτόκια του ευρώ στο 4%. Η αύξηση αυτή μπορεί να επιβραδύνει την αύξηση του πληθωρισμού, αλλά θα επιδράσει αρνητικά και στην ανάπτυξη της ΕΕ, η οποία σύμφωνα με την Κομισιόν θα έφτανε φέτος το 1,4%. Ωστόσο, το 2022 ξεκίνησε μάλλον αργά, το καλοκαίρι, την αύξηση των επιτοκίων, ενώ ο πληθωρισμός στην ΕΕ έχει ξεπεράσει ήδη το 6%.
Από την άλλη, η Κομισιόν, η οποία με αφορμή την κρίση που έφερε η πανδημία του κορονοϊού ενεργοποίησε τη γενική ρήτρα διαφυγής τον Φεβρουάριο του 2020, για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της πανδημίας και τη διατήρησε για τέσσερα χρόνια, μέχρι και το τέλος του 2023. Μέχρι τότε τα χρέη και τα ελλείμματα σε πολλές χώρες είχαν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Τούτο διότι μέσω της ρήτρας, "χρηματοδοτήθηκαν" εκτός από τις απαραίτητες δαπάνες του κορονοϊού και οι δαπάνες για την αντιμετώπιση των συνεπειών της ενεργειακής κρίσης του 2022, η οποία ξέσπασε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, μεγαλώνοντας ακόμη περισσότερο τα δημοσιονομικά προβλήματα πολλών χωρών.
Τώρα, στην αρχή μια νέας ενεργειακής κρίσης η οποία δεν μπορεί κανείς να είναι σίγουρος πότε και πώς θα τελειώσει, δεν έχει τα περιθώρια να ενεργοποιήσει και πάλι τη συνολική ρήτρα διαφυγής. Το υψηλό μέσο χρέος της ΕΕ που βρίσκεται πάνω από το 80% (οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες προβλέπουν ανώτατο όριο το 60% του ΑΕΠ) και τα 17 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ, τα οποία έχουν πρόβλημα ελλείμματος (σε 6 από αυτά είναι πολύ πάνω από το όριο του 3% του ΑΕΠ) είναι ένας πολύ σοβαρός λόγος η Κομισιόν να αντιστέκεται σε κάθε ιδέα δημοσιονομικής χαλάρωσης, πολύ περισσότερο επειδή ήδη έχει προσυπογράψει εθνικές ρήτρες διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες σε 17 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ.