Του Κώστα Ράπτη
Οι μεγάλες καταστροφές αποτελούν και μεγάλες ευκαιρίες ανοικοδόμησης. Κατά πόσο όμως αυτό στην περίπτωση της ρημαγμένης από 13 χρόνια πολέμου (και πέντε χρόνια δρακόντειων αμερικανικών κυρώσεων) αποτελεί ισχυρή πιθανότητα και όχι φαντασίωση;
Τα νέα ήταν άσχημα πολύ προτού επέλθει η κατάρρευση του καθεστώτος που οικοδομήθηκε με άξονα την οικογένεια Άσαντ. Η σχετική εκτίμηση της Παγκόσμιας Τράπεζας για το 2023 και η αντιπαραβολή της με το 2011 (έτος απαρχής της σύγκρουσης) είναι ενδεικτική. Η χώρα που προπολεμικά ανταγωνιζόταν σε οικονομικούς δείκτες κράτη όπως η Παραγουάη και η Σλοβενία, σήμερα έχει απολέσει το 85% του ΑΕΠ της και βλέπει έθνη της Κεντρικής Αφρικής με πρόσφατη ιστορία πολυετών φυλετικών και διακρατικών συρράξεων να την ξεπερνούν σε οικονομική ζωτικότητα.
Πρώτη δυσκολία του όποιου εγχειρήματος ανοικοδόμησης είναι η ίδια η ανασύσταση του μοντέλου οικονομίας της χώρας. Τα στατιστικά δεδομένα μιλάνε από μόνα τους. Πριν από το 2011 η οικονομία της Συρίας εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο και τη γεωργία. Αμφότεροι ωστόσο οι παραγωγικοί τομείς έχουν συρρικνωθεί και το ανατολικό τρίτο της συριακής επικράτειας, όπου είναι συγκεντρωμένη τόσο η πετρελαιοπαραγωγή όσο και η σιτοπαραγωγή, βρίσκεται υπό τον έλεγχο Κούρδων μαχητών και Αμερικανών πεζοναυτών.
Το 2011 η Συρία παρήγαγε 383.000 βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, ενώ σήμερα μετά βίας αυτά ανέρχονται σε 90.000. Αλλά και μια ματιά στα δεδομένα που αφορούν το ανθρώπινο δυναμικό μόνο θετικά δεν είναι. Σήμερα η ανεργία των νέων υπολογίζεται στο 33,5%, ποσοστό δυσθεώρητο αν αναλογιστεί κανείς πως έχει μεσολαβήσει η φυγή των πιο δυναμικών στοιχείων της κοινωνίας στο εξωτερικό. Παράλληλα, ο πληθωρισμός αγγίζει το εξωφρενικό ποσοστό του 140%.