"Απαγγέλλω κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στους: Χέρμαν Βίλχελμ Γκέρινγκ, Ρούντολφ Ες, Γιόαχιμ φον Ρίμεντροπ…" Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει, οι δίκες της Νυρεμβέργης αρχίζουν. Κατά την έναρξη της κύριας δίκης, στις 20 Νοεμβρίου 1945, ο επικεφαλής εισαγγελέας Ρόμπερτ Τζάκσον διαβάζει τα ονόματα των 24 κατηγορουμένων, κορυφαίων στελεχών του ναζιστικού καθεστώτος. Μακρύς ο κατάλογος.
Στις 218 ημέρες της ακροαματικής διαδικασίας θα εμφανιστούν στο δικαστήριο περισσότεροι από 230 μάρτυρες και θα διαβαστούν 300.000 γραπτές καταθέσεις. Δεν ήταν τυχαία η επιλογή της Νυρεμβέργης. Ήταν η πόλη στην οποία το ναζιστικό καθεστώς διοργάνωνε τα συνέδριά του για να διατρανώσει την ισχύ του. Ήταν η πόλη στην οποία ανακοινώθηκαν οι ρατσιστικοί και αντισημιτικοί "Νόμοι της Νυρεμβέργης", που προλείαναν το έδαφος για το Ολοκαύτωμα. Από αυτή την πόλη θα ξεκινούσε τώρα η απονομή δικαιοσύνης.
Τα εγκλήματα δεν μένουν ατιμώρητα
Η Δίκη της Νυρεμβέργης συνέβαλε σε μία σημαντική μετεξέλιξη του διεθνούς δικαίου. Για πρώτη φορά, οι ηγέτες μίας χώρας καθίστανται προσωπικά υπεύθυνοι για εγκλήματα που διαπράττει αυτή τη χώρα. Όπως εξηγεί στην Deutsche Welle ο Φίλιπ Γκρέμπκε, καθηγητής Ποινικού Δικαίου και Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Ερλάνγκεν, "μέχρι τότε ένα κυβερνητικό στέλεχος όπως ο Χέρμαν Γκέρινγκ μπορούσε να επικαλείται το επιχείρημα -και ίσως πίστευε πως έτσι θα γινόταν και αυτή τη φορά- ότι η Γερμανία ως κράτος μπορεί να καταστεί υπεύθυνη ενώπιον της Δικαιοσύνης, όχι όμως και ο ίδιος προσωπικά".
Κανένας από τους κατηγορούμενους δεν παραδέχθηκε την ενοχή του. "Μαζικές εκτελέσεις γίνονταν αποκλειστικά με προσωπική διαταγή του Χίτλερ", έλεγε ο Γιούλιους Στράιχερ, φανατικός αντισημίτης και εκδότης της καθεστωτικής εφημερίδας "Der Sturmer".