Από τις αντιφατικές δηλώσεις για την ΑΟΖ μέχρι τους συμβολισμούς στο Μέγαρο Μαξίμου, η παρουσία του Αλβανού πρωθυπουργού ανέδειξε τα όρια της ελληνοαλβανικής προσέγγισης και τα ελλείμματα θεσμικού σεβασμού απέναντι στην Ελλάδα.
Του Αντώνη Μπέζα*
Η πρόσφατη παρουσία του Έντι Ράμα στην Αθήνα, με αφορμή τη συμμετοχή του στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, δεν αποτέλεσε απλώς μία ακόμη διπλωματική επίσκεψη. Αντιθέτως, ανέδειξε με σαφήνεια ένα βαθύτερο πρόβλημα: την αντίληψη που έχει η αλβανική ηγεσία για τη φύση των ελληνοαλβανικών σχέσεων και –κυρίως– τα όρια του σεβασμού προς την Ελλάδα.
Ο Αλβανός πρωθυπουργός επιχειρεί συστηματικά να επαναπροσδιορίσει την ατζέντα των διμερών σχέσεων με όρους που εξυπηρετούν πρωτίστως την εσωτερική του πολιτική και λιγότερο την ουσιαστική επίλυση των εκκρεμοτήτων. Είτε πρόκειται για τις δηλώσεις περί οριοθέτησης ΑΟΖ –τις οποίες η Αθήνα αναγκάστηκε να διαψεύσει– είτε για την επιλεκτική «συγγνώμη» που συνοδεύεται από επαναλαμβανόμενες προκλήσεις, είτε για τη γνωστή φράση «ό,τι έγινε, έγινε», η στάση Ράμα αποτυπώνει μια λογική επικοινωνιακής διαχείρισης και όχι ειλικρινούς διπλωματίας.
Ωστόσο, το πιο προβληματικό στοιχείο της επίσκεψης δεν ήταν οι δηλώσεις, αλλά η εικόνα. Η εμφάνιση τουκ. Ράμα στο Μέγαρο Μαξίμου, με τρόπο που αποκλίνει από τους στοιχειώδεις κανόνες διπλωματικής ευπρέπειας, δεν μπορεί να εκληφθεί ως απλή ιδιορρυθμία προσωπικού στυλ. Στην πολιτική –και ιδιαίτερα στη διπλωματία– οι συμβολισμοί έχουν βαρύνουσα σημασία. Και όταν ένας πρωθυπουργός άλλης χώρας επιλέγει να εμφανιστεί σε έναν από τους κορυφαίους θεσμικούς χώρους της ελληνικής δημοκρατίας με τρόπο που υποβαθμίζει την περίσταση, τότε το μήνυμα είναι σαφές: δεν πρόκειται απλώς για υποτίμηση του θεσμικού βάρους του συνομιλητή του, αλλά για μια στάση που αντανακλά ευρύτερη έλλειψη σεβασμού προς το ίδιο το ελληνικό κράτος και τους θεσμούς του, και τελικά την ίδια την Ελλάδα ως πολιτική οντότητα.