Του Κώστα Ράπτη
Κλήση των εκατέρωθεν πρεσβευτών για επίδοση διαβημάτων διαμαρτυρίας. Ανταλλαγή πύρινων δηλώσεων. Έκδοση ταξιδιωτικής οδηγίας και απειλές για περαιτέρω οικονομικά πλήγματα. Και βεβαίως υποχώρηση των χρηματιστηριακών δεικτών, ιδίως στον κλάδο του τουρισμού.
Αυτή είναι η κατάσταση των σινοϊαπωνικών σχέσεων μετά την ατυχή κοινοβουλευτική πρεμιέρα της νέας πρωθυπουργού της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, η οποία στις 7 Νοεμβρίου, λίγες μέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, δήλωσε ενώπιον της Δίαιτας ότι η χώρα της θα μπορούσε να εμπλακεί στρατιωτικά σε περίπτωση που το Πεκίνο επιτεθεί στην Ταϊβάν.
"Το λεγόμενο ενδεχόμενο της Ταϊβάν έχει γίνει τόσο σοβαρό που πρέπει να προβλέψουμε το χειρότερο σενάριο” είπε η Τακαΐτσι, σημειώνοντας ότι η Ιαπωνία θα μπορούσε να κινητοποιήσει τις δυνάμεις αυτοάμυνάς της, εάν αντιμετώπιζε "υπαρξιακή απειλή” από μία σύγκρουση στην Ταϊβάν, η οποία απέχει μόλις 110 χιλιόμετρα από τα όρια της ιαπωνικής επικράτειας. Η σφοδρότητα της κινεζικής αντίδρασης μπορούσε όμως να προβλεφθεί, καθώς η εν καιρώ επανένωση της ηπειρωτικής Κίνας με την Ταϊβάν (πόσω μάλλον η αποτροπή της τυπικής ανεξαρτητοποίησης της νήσου, η οποία έχει de facto ανεξαρτητοποιηθεί μετά το τέλος της ιαπωνικής κατοχής και τη λήξη του κινεζικού εμφυλίου πολέμου) αποτελεί για το Πεκίνο κορυφαίο εθνικό δόγμα.
Μόλις μία εβδομάδα νωρίτερα, η Τακαΐτσι είχε συναντηθεί με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ. Όμως η νέα πρωθυπουργός της Ιαπωνίας ανήκει στη δεξιά πτέρυγα του αενάως κυβερνώντος Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος και έχει τη φήμη "σιδηράς κυρίας”, κινούμενη στην εθνικιστική γραμμή του δολοφονηθέντος προκατόχου και μέντορά της, Σίνζο Άμπε.