Του Αντώνη Μπέζα (*)
Κατά την πρόσφατη συνάντηση Γεραπετρίτη–Σπιροπάλι στην Αθήνα, η Αλβανίδα Υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι, «ως εταίροι του ΝΑΤΟ», η Αλβανία στηρίζει «τη νομική άρση κάθε παρωχημένης αναφοράς από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», που δεν αντανακλά τις σημερινές σχέσεις των δύο χωρών «ως συμμάχων και φίλων». Η διατύπωση είναι εύηχη και, σε επίπεδο γενικής αρχής, δύσκολα μπορεί να προκαλέσει αντίρρηση: σε ένα ευρωπαϊκό και ευρωατλαντικό περιβάλλον συνεργασίας, η διατήρηση πολεμικών νομικών καταλοίπων δεν συνάδει με τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Ωστόσο, ακριβώς επειδή η αναφορά αφορά «νομική άρση», το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί επικοινωνιακά ή αποσπασματικά. Απαιτεί ακρίβεια, θεσμική αμοιβαιότητα και σαφή οριοθέτηση των εννόμων συνεπειών. Δεν πρόκειται για μια απλή ιστορική εκκαθάριση, αλλά για μια πράξη με συγκεκριμένο νομικό και πολιτικό αποτύπωμα.
Πρώτον, πρέπει να αποτυπωθεί καθαρά η υφιστάμενη κατάσταση από ελληνικής πλευράς. Με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της 28ης Αυγούστου 1987, η Ελλάδα προχώρησε στην άρση της εμπολέμου καταστάσεως με την Αλβανία, παύοντας να τη θεωρεί εχθρικό κράτος. Η απόφαση αυτή είχε πλήρες πολιτικό και διοικητικό αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως της μορφής που έλαβε. Το 1996, δε, οι δύο χώρες υπέγραψαν Σύμφωνο Φιλίας, το οποίο κυρώθηκε από την ελληνική Βουλή το 1998. Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα ολοκλήρωσε ουσιαστικά και θεσμικά τη μετάβαση σε ένα καθεστώς ειρηνικών και φιλικών σχέσεων.
Η συχνή παρουσίαση της Ελλάδας ως χώρας που «δεν έχει άρει το εμπόλεμο» παραγνωρίζει αυτή τη νομική πραγματικότητα. Η συζήτηση περί κοινοβουλευτικής κύρωσης της απόφασης του 1987 αφορά τυπική πληρότητα, όχι ουσιαστική εκκρεμότητα, και σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος εδώ και δεκαετίες δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη εμπόλεμης σχέσης.