Η συμφωνία για κατάπαυση πυρός στις ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας και της Ουκρανίας, για την οποία μεσολάβησε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, θα μπορούσε να περιορίσει μία από τις σημαντικότερες άμεσες απειλές για την παγκόσμια αγορά ντίζελ. Ωστόσο, δύσκολα θα ανατρέψει το σοβαρό έλλειμμα προσφοράς που έχει διαμορφωθεί από τις αρχές του έτους, όπως αναφέρει το Reuters.
Τη Δευτέρα, ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος δήλωσε ότι Ρωσία και Ουκρανία συμφώνησαν να μην πλήττουν τις ενεργειακές υποδομές η μία της άλλης. Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, από την πλευρά του, εμφανίστηκε πιο επιφυλακτικός, ξεκαθαρίζοντας ότι χρειάζεται περισσότερες λεπτομέρειες προτού αποφασίσει την αναστολή των επιθέσεων.
Ακόμη όμως και αν η συμφωνία τηρηθεί, η παγκόσμια βιομηχανία διύλισης —και ειδικότερα η αγορά ντίζελ— εξακολουθεί να βρίσκεται στη δίνη δύο μεγάλων πολέμων, οι οποίοι δύσκολα θα τερματιστούν άμεσα, σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters.
Στη Ρωσία, η πολυετής εκστρατεία ουκρανικών επιθέσεων με drones εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων έχει προκαλέσει σοβαρά πλήγματα σε έναν από τους μεγαλύτερους κλάδους διύλισης παγκοσμίως. Κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 2026, ένα ρωσικό διυλιστήριο δεχόταν επιτυχημένη επίθεση κατά μέσο όρο κάθε τρεις ημέρες, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA).
Στη Μέση Ανατολή, αρκετά διυλιστήρια υπέστησαν ζημιές μετά το ξέσπασμα του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο, ενώ ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ περιόρισε δραστικά τις εξαγωγές καυσίμων. Οι χώρες του Κόλπου αντιπροσώπευαν περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων θαλάσσιων εξαγωγών ντίζελ το 2025, δηλαδή περίπου 1,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως.