Του Κώστα Ράπτη
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε (μέσω Truth Social, ασφαλώς) ότι αναβάλλει τη "συντριπτική” στρατιωτική ενέργεια που "προγραμμάτιζε” για σήμερα εναντίον του Ιράν, εισακούοντας τις επίμονες εκκλήσεις των συμμάχων του, ηγετών της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, να δοθεί μία ακόμη ευκαιρία στη διπλωματία.
Θα μπορούσε, πολύ ειλικρινέστερα, να επικαλεστεί τις επιφυλάξεις των δικών του στρατηγών – προτίμησε, ωστόσο, για λόγους αμερικανικού γοήτρου, να αποδώσει τους δισταγμούς σε τρίτους παίκτες, οι οποίοι, αντιμετωπιζόμενοι ως τελείως αναλώσιμοι, είναι κατάλληλοι και για αυτόν τον ρόλο.
Το γιατί οι αραβικές μοναρχίες δεν ενθαρρύνουν την επανάληψη των εχθροπραξιών είναι, άλλωστε, αποκαλυπτικό: έχει να κάνει με τη συνειδητοποίηση της ευαλωτότητάς τους απέναντι στα ιρανικά αντίμετρα, της ανεπάρκειας της σχετικής αμερικανικής προστασίας και της απροθυμίας τους να πληρώνουν το κόστος επιλογών που λαμβάνονται ερήμην τους. Υπ’ αυτή την έννοια, παρακολουθούμε όχι τη σύσφιξη των σχέσεων των ΗΠΑ με τους παραδοσιακούς συμμάχους τους στην περιοχή, αλλά τη διεύρυνση της μεταξύ τους απόστασης.
Σε κάθε περίπτωση, τόσο η "συντριπτική” αμερικανική επίθεση όσο και η ανάκλησή της εκτυλίσσονται αποκλειστικά στη σφαίρα της τραμπικής ρητορικής. Ανήκουν σε ό,τι οι γραμματικοί αποκαλούν υποθετικό λόγο του μη πραγματικού. Πλησιέστερα στην πραγματικότητα μάς φέρνουν οι εκ των υστέρων αποκαλύψεις των New York Times και άλλων αμερικανικών μέσων, ότι αφενός η ζημιά που έφερε ο "Πόλεμος του Ραμαζανιού” στις αμερικανικές εγκαταστάσεις στην περιοχή υπήρξε μεγαλύτερη του αρχικώς γνωστοποιηθέντος και ότι, αφετέρου, οι πυραυλικές και λοιπές στρατιωτικές δυνατότητες που διατηρεί αλώβητες το Ιράν είναι αρκετά περισσότερες του θρυλουμένου.